Σάββατο, 16 Ιουνίου 2012

ΑΪ ΣΙΧΤΙΡ ΓΕΡΜΑΝΑΡΑΔΕΣ!

058cdabce079a9589209577e468a9244d97a54c8.220.296.45.f6150509a25cdb31e4b6345ee6a4b0f36a0716a0
Στρωμένο γιορτινό το τραπέζι μας, αγνάντευε την θάλασσα. Δεκαπενταύγουστος θαρρώ. Τριαντατόσα χρόνια πίσω, παιδί στα πρώτα σκιρτήματα της εφηβείας.
Τσακωνόμουν με όλο το θράσος και την βεβαιότητα των 15 μου χρόνων.

Αι σιχτίρ, Γερμαναράδες είχε πει κάποιος από τους συνδαιτυμόνες, δεν θυμάμαι ποιος.
Νάταν ο μπάρμπα Γιάννης, αδελφός της μάνας, αντάρτης που ξόδεψε 25 χρόνια της ζωής του στο βουνό και την φυλακή ή μήπως ο συνήθως σιωπηλός Σπύρος, αδελφός του πατέρα, με τους καρπούς των χεριών αλλά και την ψυχή του ανεξίτηλα σημαδεμένους από τις απόπειρες αυτοκτονίας στο Μπέργκεν-Μπέλζεν;
Η ίσως ο καρδιακός φίλος του πατέρα που πέρασε κολυμπώντας από την Κέρκυρα στην Αλβανία για να γλυτώσει το Λαζαρέτο;
Μπορεί να ήταν η μάνα που δεν μπορούσε να ξεχάσει τα ξενύχτια στου Αβέρωφ και τον χαμένο στα βουνά της Ρούμελης μεγάλο της αδελφό ή και ο επονίτης πατέρας που για χρόνια πορεύτηκε σε Μακρονήσι, Γιούρα ,Ικαρία και Αϊ στράτη.
Δεν το χώραγε το κεφάλι μου πώς μπορούν αριστεροί άνθρωποι να χρησιμοποιούν τέτοιες κουβέντες.
Και ο Μαρξ δεν ήταν Γερμανός; Ο Μπρεχτ και ο Βάιλ; Η Ρόζα και ο Λήμπνεχτ; Ο Βάγκνερ και ο Μπετόβεν; Ο Σίλερ και ο Γκαίτε; Πώς θα γραφόταν η ιστορία της πολιτικής, της οικονομίας της ποίησης, της μουσικής και της λογοτεχνίας ,χωρίς αυτούς;
Με κοίταξαν γλυκά με συγκατάβαση και κάποιος με ματιά που άστραφτε -να ήταν άραγε δάκρυ- μου πέταξε το τελειωτικό:
Αυτοί θα ήταν εξαίρεση.
Βλέπετε η ψυχή εκείνων των ανθρώπων, σφραγίστηκε αμετάκλητα από τις εμπειρίες τους:
Οι Γερμανοί ήταν Γερμαναράδες, εκτός εξαιρέσεων...
Τα χρόνια πέρασαν, σχεδόν όλα τα αγαπημένα πρόσωπα έχουν από καιρό χαθεί, μα απόψε βλέποντας τα βραδινά δελτία, σαν μουγκρητό βγήκε από μέσα μου:
Αι σιχτίρ, Γερμαναράδες.

Του Σίμου Ρούσσου από την ΣΤΑΣΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *