Πέμπτη, 3 Απριλίου 2014

ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ή ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ (ποιο κράτος; ποια αυτοδιοίκηση;) ΕΝΑ ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ ΤΙΜΟΥ ΘΕΟΧΑΡΗ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΤΕΙ ΜΕ ΠΡΟΣΟΧΗ

 Οι επικείμενες διπλές εκλογές αναζωπυρώνουν δύο σοβαρά διλήμματα, τα οποία, κατά τη γνώμη μου, ταλαιπωρούν επί δεκαετίες τον λαό μας, αν και αυτή τη φορά εμφανίζονται σαν καινούργια.

Το ένα δίλημμα είναι αν (και πώς) μπορεί η Ελλάδα να λύσει τα προβλήματά της, χωρίς το ξένο κεφάλαιο (δάνεια, επενδύσεις). Διατυπώνεται ως: ΜΝΗΜΟΝΙΟ ή ΧΡΕΟΚΟΠΙΑ. Παράλληλο αυτού είναι το ποιος φταίει για την κρίση.

  Το δεύτερο δίλημμα είναι το προπατορικό «επανάσταση ή μεταρρύθμιση», τροποποιημένο στις σημερινές συνθήκες, ως: ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ή ΑΝΑΠΤΥΞΗ, όπου, στην λέξη ανάπτυξη, άλλοι εννοούν επιστροφή στις «παλιές καλές μέρες» και άλλοι φυγή προς τα εμπρός, κατά τις εκσυγχρονιστικές και απορρυθμιστικές συνταγές του Δ.Ν.Τ. και του Ο.Ο.Σ.Α..

Σπεύδω να σχολιάσω: «Φυγή προς τα εμπρός», όταν είσαι (όπως μας λέει η συγκυβέρνηση) στο χείλος του γκρεμού; Θυμίζει την βλακώδη αμετροέπεια του Στυλιανού Παττακού.
 Μία ώριμη απάντηση σε αυτά τα δύο διλήμματα, θα έδινε μία διέξοδο ίσως, για να απαντηθεί και το ερώτημα του υπότιτλου: Τί κράτος χρειαζόμαστε. Τί Αυτοδιοίκηση;
 Το πρώτο δίλημμα, είναι πλαστό. Το μνημόνιο είναι προϊόν διπλής χρεοκοπίας. Χρεοκόπησε το παλιό «ελληνικό» μοντέλο διαχείρισης, του εξαρτημένου δίπολου: μονόπλευρης ανάπτυξης για λίγους, μονόπλευρης λιτότητας για τους πολλούς.

 Η χρεοκοπία αυτή προκλήθηκε και πυροδοτείται εντατικά από την χρεοκοπία του παγκόσμιου μοντέλου, που ξεκίνησε με την φούσκα των στεγαστικών δανείων στις ΗΠΑ. Αλλά οφείλεται κυρίως στην ασύδοτη αγορά των παραγώγων, που οδήγησε τον άϋλο πλούτο (χρήμα, μετοχές, συμβόλαια, παράγωγα κ.τ.λ.) να είναι επταπλάσιος της παγκόσμιας πραγματικής οικονομίας (ΑΕΠ). Αυτό σημαίνει, απλά, ότι όποιος θέλει να εξαργυρώσει χαρτιά που έχει στην κατοχή του, κινδυνεύει να μη βρίσκει τα χρήματά του. Το γεγονός παράγει τρομακτική αστάθεια στις χρηματοοικονομικές πράξεις και η επακόλουθη ανασφάλεια των επενδυτών τους οδηγεί σε ριψοκίνδυνες κινήσεις και αδίστακτες μεθοδεύσεις, που καθιστούν την παγκόσμια κρίση χωρίς τέλος και ολοένα βαθύτερη.

 Δεν είναι άσχετη η πάγια συνταγή του Δ.Ν.Τ., εδώ και δεκαετίες, για κλυδωνιζόμενες οικονομίες, που θέτει τέσσερις στόχους, ανεξάρτητα από τις ιδιαιτερότητες οποιασδήποτε χώρας:                                                                                   

α) Μείωση του «πληθωρισμού» - κάθετη πτώση μισθών.
β) Μείωση κρατικών δαπανών – κατάργηση κοινωνικής πρόνοιας & απολύσεις.
γ) Μείωση κόστους παραγωγής – κατάργηση ασφαλιστικών και κοινωνικών δικαιωμάτων & απολύσεις.
δ) Μείωση τιμών ακινήτων – κανόνια και εξώσεις, ώστε να υπάρξει υπερπροσφορά φθηνών γαιών και κτιρίων.

 Από τους τέσσερις αυτούς στόχους, μόνο ο ένας αφορά το υπερχρεωμένο κράτος. Οι άλλοι τρεις χρησιμεύουν για την διευκόλυνση των νέων ιδιοκτητών να κυριαρχήσουν σε βάρος των εργαζομένων, σε βάρος της λαϊκής ιδιοκτησίας και αποταμίευσης, αλλά και σε βάρος των ανυπεράσπιστων ντόπιων επιχειρήσεων, όσων δεν είχαν την «πρόνοια» να συνδεθούν με κάποιο ξένο μονοπώλιο ή «επενδυτικό» σχήμα.

 Η πολιτική αυτή δεν είναι απλά πολιτική λιτότητας. Είναι συνταγή που σκοτώνει τον άρρωστο, αντί για την αρρώστια. Είναι ακριβώς αυτή που προκαλεί την κρίση, την βαθαίνει και την αναπαράγει. Συνοπτικά, η κρίση δεν οφείλεται στο Χρέος. Το Χρέος οφείλεται στην κρίση. Δηλαδή στην ανάλγητη εκμετάλλευση και στον υπέρμετρο πλουτισμό των κερδοσκόπων, σε βάρος των λαών, που αποξενώνονται από κάθε δικαίωμα και δυνατότητα να ορίζουν τις τύχες της πατρίδας τους.
Με αυτές τις επισημάνσεις, συμπεραίνει κανείς εύκολα ότι όχι μόνο δεν φταίνε για αυτή την κρίση ο λαός, οι παραγωγοί, οι ντόπιοι επιχειρηματίες ή οι περίφημες «συντεχνίες» και τα «ρετιρέ» (που ασφαλώς έχουν άλλες ευθύνες, μερικές και τοπικές, αλλά όχι κυρίαρχες), αλλά αντίθετα η κοινωνία σαν σύνολο αποτελεί στόχο και θύμα ενός καλοστημένου σχεδίου των κερδοσκόπων, που συνοπτικά ονομάζεται «τραπεζοκρατία».

 Άρα, εδώ υπάρχει μία μόνο απάντηση: Αν θέλουμε να βγούμε από την κατάσταση ανάγκης, οφείλουμε να ανατρέψουμε το μνημόνιο, που είναι όργανο δέσμευσης της χώρας σε πολυετές καθεστώς χρεοκοπίας.
 Δηλαδή, να αρνηθούμε τις επεμβάσεις του ξένου κεφαλαίου (Χρέος, ιδιωτικοποίηση – εξαγορές) και να στραφούμε σε γενική επιστράτευση του σχολάζοντος παραγωγικού και δημιουργικού δυναμικού της χώρας.
                                                             *

Η σκέψη αυτή μας οδηγεί να απαντήσουμε και στο δεύτερο δίλημμα.

 Όσοι μιλούν για Αντίσταση, χωρίς να σκέπτονται τα προβλήματα της τρέχουσας διαχείρισης και των ενδιάμεσων σταθμών, μέχρι την πλήρη Αυτοδιάθεση της χώρας (έναντι ξένων συμφερόντων και στρατηγικών) και Αυτοδιάθεση της κοινωνίας (έναντι των μηχανισμών του χρήματος και της εξουσίας), περιορίζονται μοιραία σε δράσεις αυτοάμυνας και ανθρωπιστικής αλληλεγγύης.

Αντίστοιχα, όσοι μιλούν για Ανάπτυξη, χωρίς να σκέπτονται τις αναγκαίες αλλαγές, ώστε να «μη γυρίσουμε στα παλιά», ωθούν την χώρα στον αυτόματο πιλότο της κερδοσκοπίας, περιμένοντας σωτηρία! από έτοιμα ξένα κεφάλαια και προκαλώντας έτσι την πλήρη εγκατάλειψη της πραγματικής οικονομίας και μετατροπή της σε ξένη ιδιοκτησία (υπέδαφος, νερό, λιμάνια, υποδομές κ.ο.κ.).

                                                                *

 Υποστηρίζω ότι πραγματική Αντίσταση θα έχουμε μόνο εφ’ όσον εργαζόμαστε ταυτόχρονα για μία πραγματική Ανάπτυξη: ολόπλευρη, με κοινωνική δικαιοσύνη ως προϋπόθεση και κίνητρο, με παραγωγική ανασυγκρότηση, με μοχλό τον συνεργατισμό και ένα Σχέδιο Έκτακτης Ανάγκης για Εξυγίανση – Ανασυγκρότηση, σε προοπτική Εθνικής και Κοινωνικής Αυτοδιάθεσης.
 Αντίστοιχα, πραγματική Ανάπτυξη δεν είναι η μεγέθυνση (growth), αλλά η αλληλοτροφοδότηση των παραγωγικών συντελεστών, με σχεδιασμό και κινητοποίηση του σχολάζοντος εθνικού πλούτου, άρα πολιτική πλήρους απασχόλησης (development).

Αυτή μπορεί να προωθείται μόνο εφ’ όσον εργαζόμαστε ταυτόχρονα για την Ακύρωση του Μνημονίου, Απαλλαγή από τον Δανεισμό, Ανατροπή της Υποτέλειας και ριζική καταδίκη όσων συνείργησαν ή συνεργούν στην καθυπόταξη και εκποίηση της χώρας, μάλιστα δε με εκβιασμούς και αντισυνταγματικές μεθοδεύσεις.
                                                              *

 Τα συμπεράσματα αυτής της σύντομης ανάλυσης μας επιβάλλουν μία ριζική αλλαγή στο Κράτος και ευρύτερα στο πολιτικό σύστημα, με γενναία αναβάθμιση της Αυτοδιοίκησης και όλων των μορφών λαϊκής πρωτοβουλίας και συμμετοχής.
 Ένα Σχέδιο Εξυγίανσης – Ανασυγκρότησης, όχι του παλιού μοντέλου, αλλά του παραγωγικού και του κοινωνικού ιστού της χώρας, απαιτεί άλλες δομές και άλλες ευθύνες για τους αιρετούς που θα διοικούν αυτές τις άλλες δομές.

Υπερασπίζομαι την ιδέα ότι η εξουσία πρέπει να υφίσταται σοβαρούς ελέγχους και περιορισμούς (ενισχυμένη Βουλή, με πλήρη νομοθετική πρωτοβουλία, λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία, λαϊκή αρνησικυρία, περιφερειάρχες και δημάρχους με μικρή θητεία εκλεγόμενους από τα συμβούλια, επανίδρυση νομαρχιακών και κοινοτικών συμβουλίων, καθιέρωση συνοικιακών συμβουλίων).

Υπερασπίζομαι επίσης την ιδέα ότι το Κράτος, η Περιφέρεια και ο Δήμος πρέπει να έχουν ουσιαστικό αναπτυξιακό ρόλο. Ιδιαίτερα η Αυτοδιοίκηση δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν ένας μοχλός συνδικαλιστικών πιέσεων ή «αντίστασης», αλλά πρέπει να είναι όργανο σύνθεσης μιας παλλαϊκής συμμαχίας των θιγόμενων σήμερα κοινωνικών και παραγωγικών δυνάμεων, δηλαδή της συμμαχίας των τάξεων, που έχουν ανάγκη και θέλουν, αγωνίζονται και εργάζονται για την ανάπτυξη της χώρας ως σύνολο, με απαλλαγή από μνημόνιο – δανεισμό – υποτέλεια.
                                                             *

  Θα ήθελα, ως επιστέγασμα, να τοποθετηθώ εν όψει των επερχόμενων εκλογών.

Πρώτο καθήκον όλων είναι η καταδίκη όσων ευθύνονται για το μνημονιακό καθεστώς, ιδιαίτερα εκείνων που επιμένουν σε αυτό.

 Για την αλλαγή του πολιτικού τοπίου, τον κρίσιμο ρόλο έχει σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ. Πρέπει να ενισχυθεί εκλογικά, ανεπιφύλακτα. Να αναλάβει ευθύνες και να κριθεί.

 Σε τοπικό επίπεδο όμως, υπάρχουν και άλλα ψηφοδέλτια, που απηχούν αντιστασιακές και αναπτυξιακές απόψεις, εκφράζοντας κοινωνικές δυνάμεις που προοπτικά θα μπορούσαν (και θα έπρεπε) να συμπήξουν το μέτωπο ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ ΚΑΙ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ, όπως συνοπτικά το προσδοκώ.
 Πρέπει και αυτά τα ψηφοδέλτια, όπως η «Κίνηση Χαλάνδρι – Αλλάζουμε Πορεία», με υποψήφιο Δήμαρχο τον Άγγελο Νταβία, να υποστηριχθούν.

Για τούτο καλώ τους δημοκράτες πολίτες του Χαλανδρίου, να το υπερψηφίσουν.

                                                               *

  Ο λαός και η χώρα έχουν ανάγκη μία νέα ελπίδα την 26η Μαϊου. Αυτή δεν θα έλθει με την μασκαρεμένη «κεντροαριστερά» του μνημονιακού καθεστώτος.

 Η σύγχρονη Δεξιά έχει κρατήσει μόνο τα κουσούρια της παραδοσιακής Δεξιάς: ευλαβείται χρήμα και εξουσία, καταφρονεί τα λαϊκά στρώματα, προσκυνάει τους ισχυρούς και φθονεί όποιον έχει το ήθος να αντιστέκεται.
 Αντίστοιχα, έχει προδώσει τα ιστορικά εφόδια της παραδοσιακής Δεξιάς: τον πατριωτισμό, τον σεβασμό των θεσμών και της παράδοσης, την λαϊκή (δημοτική) τέχνη και ψυχή, την υπεράσπιση της οικογένειας, την αλληλεγγύη στα γηρατειά και στα νιάτα.

 Η σύγχρονη Δεξιά είναι ακραία, ανάλγητη και αντιλαϊκή. Απαρτίζεται πια όχι από λαοπρόβλητα στελέχη, αλλά από τεχνοκράτες, χρηματιστές, διαφημιστές και «πελάτες» χρηματιστών και πολυεθνικών.

  Οι «εκτελεστές με τα λάπτοπ», τις «καλές» σπουδές και την ανάπηρη κοινωνική και ιστορική παιδεία, που γίνονται «πολιτικοί» με τις πιο περίεργες και αδιαφανείς διαδρομές, είναι η ακρίδα της Νέας Εποχής.

 Όσο για το περιβόλι της ψευδώνυμης «κεντροαριστεράς» (ελιά, δημάρ, ποτάμια, πέστροφες και αντσούγιες), έχουν όλοι τους βαριές ευθύνες για την άνοδο της νέας Δεξιάς.
Πολλοί από αυτούς ταυτίζονται, παρά τα προσχήματα, με αυτήν. Εξαιρούνται ίσως κάποιοι καλόπιστοι, από τον χώρο της ΔΗΜΑΡ.

  Η ιστορική Κεντροαριστερά υπήρξε μέσα από πραγματικούς αγώνες. Ήταν ζωντανό κομμάτι της εθνικής προσπάθειας (1912-22), της Δημοκρατίας (1922-35), της Εαμικής Αντίστασης (1941-44), της Συμφιλίωσης (1950-67), του Αντιδικτατορικού Αγώνα (1967-74) και της Κοινωνικής Αλλαγής (1974-90).

  Η διαδρομή αυτή, γεμάτη από κοινωνικά οράματα, σημαντικά άλματα και πραγματικές μεταρρυθμίσεις, ποδοπατήθηκε και μηδενίσθηκε με την συνειδητή προσπάθεια των κ.κ. Σημίτη και ΓΑΠ και την ανεπάρκεια (μόνο;) Τσοχατζόπουλου, Αρσένη και λοιπών συνδαιτημόνων.

                                                             *
 Σήμερα, δεν υπάρχουν σωτήρες στο πολιτικό σκηνικό. Η θέση των σοσιαλιστών, των σοσιαλδημοκρατών, των λαϊκών δημοκρατικών τάσεων, που υπάρχουν στην κοινωνία, είναι με τον χειμαζόμενο λαό, με τις δυνάμεις που αντιστέκονται, τα κινήματα αλληλεγγύης, τους συνεταιρισμούς, την πάλη κατά των πλειστηριασμών και της ιδιωτικοποίησης κοινωνικών και δημόσιων αγαθών και εθνικού πλούτου.
  Όσοι αισθάνονται την ευθύνη, ας την αναλάβουν, χωρίς μεμψιμοιρίες ή ανταγωνισμούς.

  Η χώρα χρειάζεται μια ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΠΑΝΣΤΡΑΤΙΑ και ένα ΝΕΟ ΤΡΟΠΟ, για να εμπιστευθούν οι πολίτες τον εαυτό τους και το Πολίτευμα.
 Οι λαϊκές δημοκρατικές δυνάμεις πρέπει να εκφρασθούν και να συμβάλουν στην παλλαϊκή συσπείρωση, για αποτίναξη της παρακμής και του κερδοσκοπικού ολοκληρωτισμού.


                                                                                      Τίμος Θεοχάρης


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *