ΟΜΙΛΟΣ ΙΑΣΩ

Παρασκευή, 22 Απριλίου 2016

Σκέψη και Γνώμη: «Όρια στην ελευθερία του Τύπου και της Έκφρασης»



 Γράφει ο Χρήστος Α. Πλειώτας*

Σήμερα επιθυμώ να πάρω θέση επί ενός εξέχοντος κατ’ εμέ ζητήματος δημοκρατίας, που με απασχολεί καιρό και αναφέρεται στο θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα της ελευθερίας του τύπου και της έκφρασης.

Γίνομαι δέκτης συχνά  ως Δικηγόρος αγωγών που στρέφονται εναντίον δημοσιογράφων, διωκομένων για όσα αναγράφουν σε δημοσιευμένα στον έντυπο και ηλεκτρικό τύπο κείμενά τους, οι οποίοι ανησυχούν, διαμαρτύρονται, αγχώνονται, εξοργίζονται που απειλούνται με μηνύσεις, δυσφορούν και παραπονούνται για την άδικη – κατ’ αυτούς – δικαστική εμπλοκή τους.

Πέραν της Δικηγορικής μου ιδιότητος, είχα την τύχη να έχω μία μακρά θητεία στο Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Σπάρτης και ασφυκτιούσα να ζω στιγμές «απείρου κάλους»!!! με αιρετούς που όχι απλώς δυσφορούσαν με δημοσιεύματα δημοσιογράφων του τοπικού έντυπου και ηλεκτρονικού τύπου, αλλά επιπλέον έφθαναν στον σημείο ευθέως, με τις φραστικές επιθέσεις τους κατά αρθρογράφων και εφημερίδων, να προσβάλουν κατάφορα την τιμή και την υπόληψή τους, εκτοξεύοντας απαξιωτικές φράσεις, φθάνοντας ακόμα και στο σημείο να  κατηγορούν πρόσωπα και εφημερίδες αβασίμως, για αδικήματα τα οποία ουδέποτε είχαν διαπράξει και για οποία δεν υπήρχε καταδίκη και δη αμετάκλητη.

Επειδή λοιπόν Δημοκρατία δεν είναι να αναπνέεις ελεύθερα – αυτό είναι φυσική υγεία που ο Θεός χαρίζει – αλλά να διαμορφώνεις εσύ με τις πράξεις, τις αντιλήψεις και τις πεποιθήσεις σου το περιβάλλον Δημοκρατίας που σου επιτρέπει να αναπνέεις ελεύθερα εντός αυτού, ανοικτά θα γράψω ότι:

1/ Στο άρθρο 14 του ισχύοντος Συντάγματός μας αναφέρεται ρητά ότι: «Ο καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και δια του τύπου (εννοείται εντύπου και ηλεκτρονικού) τους στοχασμούς του, τηρώντας τους Νόμους του κράτους».
Στην επόμενη παράγραφο το ίδιο άρθρο κατοχυρώνει την Ελευθεροτυπία: «Ο τύπος είναι ελεύθερος. Η λογοκρισία και κάθε άλλο προληπτικό μέτρο απαγορεύεται. Η κατάσχεση εφημερίδων και άλλων εντύπων είτε πριν την κυκλοφορία είτε ύστερα από αυτή απαγορεύεται. Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η κατάσχεση με παραγγελία του Εισαγγελέα μετά την κυκλοφορία: α/ Για προσβολή Χριστιανικής ή κάθε άλλης γνωστής θρησκείας. β/ Για προσβολή του προσώπου του Προέδρου της Δημοκρατίας. γ/ Για δημοσίευμα που αποκαλύπτει πληροφορίες για την σύνθεση, τον εξοπλισμό και την διάταξη των Ενόπλων Δυνάμεων ή την οχύρωση της χώρας ή που έχει σκοπό την βίαιη ανατροπή του πολιτεύματος ή στρέφεται κατά της εδαφικής ακεραιότητας του κράτους. δ/ Για άσεμνα δημοσιεύματα που προσβάλουν ολοφάνερα την δημόσια αιδώ στις περιπτώσεις που ορίζει ο Νόμος».

2/ Το άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των δικαιωμάτων του ανθρώπου (την οποίαν έχει κυρώσει η χώρα μας με το ΝΔ 53/1974 και τους εν συνεχεία Νόμους 2400/1996 και 3344/2005), κατοχυρώνει και αυτό την ελευθερία της έκφρασης ως εξής: «Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα εις την ελευθερία εκφράσεως. Το δικαίωμα τούτο περιλαμβάνει τούτο την ελευθερία της γνώμης ως και την ελευθερία λήψεως ή μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών, άνευ επεμβάσεων δημοσίων αρχών και ασχέτως συνόρων… Η άσκηση των ελευθεριών τούτων συνεπαγομένων καθήκοντα και ευθύνας δύναται να υπαχθεί εις υφιστάμενας διατυπώσεις, όρους, περιορισμούς ή κυρώσεις, προβλεπόμενους υπό του Νόμου και αποτελούσας αναγκαία μέτρα εν δημοκρατική κοινωνία δια την Εθνικήν ασφάλεια, την εδαφικήν ακεραιότητα ή δημοσίαν ασφάλεια, την προστασίαν της υπολήψεως ή των δικαιωμάτων τρίτων, την παρεμπόδισην της κοινολογήσεως εμπιστευτικών πληροφοριών ή την διασφάλισιν του κύρους και αμεροληψίας της δικαστικής εξουσίας».

3/ Αλλά και το άρθρο 11 του χάρτη των θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (2012 C 326/2002) ο οποίος έχει αποκτήσει νόμιμα δεσμευτική ισχύ για την χώρα μας ως κράτους μέλους της Ε.Ε. και έχει το ίδιο νομικό κύρος με τις συνθήκες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο άρθρο 11 αυτού κατοχυρώνει την ελευθερία της έκφρασης και της πληροφόρησης ως εξής: «Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης. Το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει την ελευθερία γνώμης και την ελευθερία λήψης ή μετάδοσης πληροφοριών ή ιδεών χωρίς ανάμειξη δημοσίων αρχών και αδιακρίτως συνόρων. Η ελευθερία των μέσων μαζικής ενημέρωσης και η πολυφωνία τους είναι σεβαστές».

4/ Ο ποινικός μας κώδικας στα άρθρα 361 έως 369 στο εικοστό πρώτο κεφάλαιο αυτού υπό τον τίτλο: «Εγκλήματα κατά της τιμής» ποινικοποιεί ως αδικήματα, μεταξύ άλλων την εξύβριση και την απλή ή και συκοφαντική δυσφήμηση.
Εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή και συκοφαντική δυσφήμηση είναι ποινικά αδικήματα που μπορούν να τελεσθούν και δια του τύπου (έντυπου και ηλεκτρονικού) όταν ο Δημοσιογράφος με όσα γράφει (ως συντάκτης) στο πλαίσιο του λειτουργήματός του, υπερβαίνει τα εσκαμμένα και προσβάλει με πρόθεση την τιμή και την υπόληψη άλλου είτε ενώπιόν του είτε ενώπιον τρίτων.
Δυσφήμηση ειδικότερα διαπράττει ο Δημοσιογράφος, όταν με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτων, ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, ενώ συκοφαντική δυσφήμηση διαπράττει όταν το γεγονός που ενώπιον τρίτων ισχυρίζεται ή διαδίδει είναι ψευδές και ο δημοσιογράφος γνώριζε εξ’ αρχής ότι είναι ψευδές, πλην όμως δεν απείχε της συντάξεως και δημοσιεύσεώς του, με αποτέλεσμα την προσβολή δι’ αυτού της τιμής ή υπολήψεως τρίτου.

5/ Ο ποινικός μας κώδικας όμως θέλοντας να προστατέψει τους συντάκτες – δημοσιογράφους από αθρόες και άδικες διώξεις για τα ανωτέρω ποινικά αδικήματα, με δεδομένη την συνταγματική κατοχύρωση της Ελευθεροτυπίας και της συνακόλουθης ελευθερίας της έκφρασης, όρισε στο άρθρο 367 του Ποινικού μας Κώδικα ότι: «Δεν αποτελούν άδικη πράξη… οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για την διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις».
Η προηγούμενη όμως διάταξη δεν εφαρμόζεται υπέρ του δημοσιογράφου που ναι μεν επικαλείται ότι συνέταξε το Δημοσίευμά του κατ’ εκτέλεση νόμιμου καθήκοντος, άλλως εκ δεδικαιολογημένου ενδιαφέροντος – δηλαδή για την ενημέρωση του κοινού – πλην όμως οι κρίσεις, οι εκδηλώσεις ή τα γεγονότα που σ’ αυτό προβάλει είναι συκοφαντικά ή όταν ναι μεν δεν είναι συκοφαντικά, αλλά εκ του τρόπου που τα εκδηλώνει ή εκ των περιστάσεων τόπου και χρόνου σύνταξης και προβολής του δημοσιεύματός του, προκύπτει σκοπός εξύβρισης εναντίον άλλου.

6/ Παραθέτω τις ανωτέρω διατάξεις όχι για να κουράσω αλλά για να ενημερώσω επί του υφιστάμενου νομικού πλαισίου, ώστε ο αναγνώστης να γνωρίζει με απλά λόγια τί ορίζει ο νόμος για την ελευθεροτυπία και την ελευθερία της έκφρασης και να μπορεί να διακρίνει πότε η ελευθεροτυπία ως έντυπη και ηλεκτρονική «ελευθεροστομία», πρέπει να υποχωρεί ώστε να μην υφίσταται κίνδυνος δίωξης του συντάκτη – δημοσιογράφου για δυσφήμηση ή εξύβριση τρίτων.

7/ Εκφράζοντας τις απόψεις μου επ’ αυτού τονίζω τα εξής:
α/ Ο τύπος κατ’ εμέ αποτελεί συστατικό στοιχείο της Δημοκρατίας. Ως εκ τούτου δικαιούται και υποχρεούται να ασκεί έλεγχο και κριτική των γεγονότων του δημοσίου αλλά και του ιδιωτικού βίου.

β/ Ο δημοσιογράφος έχει αναμφίβολα δικαιολογημένο ενδιαφέρον και καθήκον να ελέγχει αλλά ακόμα και να επικρίνει τις πράξεις ή παραλείψεις των ενασκούντων έργα δημοσίου ενδιαφέροντος.


γ/ Δημόσιο συμφέρον είναι το ενδιαφέρον και καθήκον του δημοσιογράφου να ελέγχει διαρκώς, τόσο την δράση των υπηρεσιών της πολιτείας, όσο και τις πράξεις των ιδιωτών που διαχειρίζονται δημόσια ζητήματα, δημόσια θέματα και δημόσια περιουσία, ώστε να ενημερώνει στην συνεχεία την κοινή γνώμη, εκφράζοντας ελεύθερα τις κρίσεις και επικρίσεις του, επί του έλεγχου αυτού, διότι τέτοιου είδους δημόσια ζητήματα και πράξεις ή παραλείψεις  οργάνων της πολιτείας, ενδιαφέρουν την κοινή γνώμη αλλά και υποβοηθούν τις κατ’ εξοχήν αρμόδιες αστυνομικές, λοιπές ελεγκτικές αλλά και δικαιοδοτικές αρχές προς έρευνα των σχετικών υποθέσεων – θεμάτων.

δ/ Στην έννοια του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του δημοσιογράφου περιλαμβάνεται και η εκ μέρους του επίκριση πράξεων που ενδιαφέρουν το κοινό ως και των πράξεων και της δράσεως εν γένει των ασκούντων δημόσιο λειτούργημα, διότι ο δημοσιογράφος κατά την άσκηση του λειτουργήματός του προς ενημέρωση του κοινού, ασκεί δημόσια αποστολή.

ε/ Η δημόσια κριτική του δημοσιογράφου επί των πράξεων και των παραλείψεων του καθημερνού δημοσίου βίου των πολιτευομένων – εάν δεν  εκτρέπεται σε κοινές ύβρεις και χλευασμούς – είναι επιτρεπόμενη κατά το άρθρο 14 του ισχύοντος Συντάγματος.

ε/ Επιτρέπεται στον δημοσιογράφο η ειρωνεία και τα φιλολογικά διανθίσματα στα κείμενά του, καθώς και το δριμύ δημοσιογραφικό ύφος, αρκεί να μην γίνεται κατάχρηση.

Κατάχρηση γίνεται μόνον όταν ο δημοσιογράφος μέσα απ’ το κείμενό του, δεν επιδεικνύει υπεύθυνο πνεύμα ενημέρωσης ή κριτικής (ακόμα και δριμείας) αλλά ικανοποιεί πρωτογενείς επιθυμίες και ένστικτα υβρίζοντας  και προσπαθώντας να καταρρακώσει με το κείμενό του τον «ατυχή θνητό» που υπέπεσε σε μία κακή πράξη ή παράλειψη οφειλομένης νομίμου ενεργείας.
στ/ Καθήκον του τύπου και του δημοσιογράφου είναι να ενημερώνει το κοινό για τα πλέον εντυπωσιακά συμβάντα του καθημερινού βίου.
Κατά την άσκηση του δικαιώματος του αυτού ο Δημοσιογράφος είναι ελεύθερος να μην παρουσιάζει τα γεγονότα «ξηρά» υπό  τύπον υπηρεσιακού τηλεγραφήματος ή αναφοράς προς αρχή, διότι τότε δεν θα «ξυπνήσουν» το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης.
Άλλωστε είναι δεδομένο ότι τόσο οι διάφορες εφημερίδες μεταξύ τους, όσο και οι συντάκτες του ιδίου εντύπου αμμιλώνται για το ποιος θα παρουσιάσει κατά τον πλέον ενδιαφέροντα τρόπο τα γεγονότα που είναι συχνά γνωστά εξ’ ανακοινώσεων ή άλλων πληροφοριακών πηγών (ραδιόφωνο, τηλεόραση κ.λπ.) ώστε να κεντρίζουν το ενδιαφέρον του κοινού.
Στην προσπάθειά του αυτή ο Δημοσιογράφος αναντιρρήτως θα κάνει χρήση υπερβολών, παραβολών, αντιθέσεων και λοιπών λεκτικών σχημάτων ή σχημάτων διανοίας, τα οποία σε κανένα υπηρεσιακό κείμενο δεν έχουν θέση. Ο Δημοσιογράφος ομιλεί για να έλθει στην επιφάνεια ένα γεγονός με δημοσιογραφικό τρόπο και γνωρίζει ότι  μόνο με αυτόν τον τρόπο έρχεται το γεγονός στην επιφάνεια.
Κατά συνέπεια μόνον ιδιαιτέρως οξείες αιχμές, εξερχόμενες των ορίων του καθιερωμένου δημοσιογραφικού ύφους ή γενόμενες με πρόδηλο ή και διαφαινόμενο σκοπό εξύβρισης τρίτου, δύνανται να στοιχειοθετήσουν συκοφαντική δυσφήμηση ή σκοπό εξύβρισης.

ζ/ Ιδιαιτέρως θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι ο Δημοσιογράφος είναι άνθρωπος της επικαιρότητας με ψυχή και ως εκ τούτου δεν του είναι εύκολο όταν μάλιστα είναι «προικισμένος» με θερμή ψυχή, να τηρεί μετριοπάθεια και ευπρέπεια δημοσιογραφικής γλώσσας, όταν μάλιστα πείθεται καλή τη πίστη, ότι πράγματι κάτι σπουδαίο έχει συμβεί, ενώπιον του οποίου δεν θα πρέπει να μείνει ήσυχος και απαθής.

η/ Οι δημοσιογράφοι ζώντας το παρόν που ας μην το κρύβουμε δεν είναι ποτέ ξεκάθαρο αλλά νεφελώδες, δεν μπορούν  να είναι ψυχροί θεατές και προσεκτικοί κριτές γεγονότων, όπως οι ιστορικοί που κρίνουν το παρελθόν.
Οι δημοσιογράφοι είναι μάλλον μαχητές μαχόμενοι και διαρκώς υπό των περιστάσεων ερεθιζόμενοι. Αν ζητήσουμε από τον δημοσιογράφο εντελή ακρίβεια και αμερόληπτη κρίση επί πάντων των συμβαινόντων, του ζητάμαι τα αδύνατα  καθιστούμε επικίνδυνο το έργο του, παρακωλύοντας με τον τρόπο αυτό, την ελεύθερη έκφραση των σκέψεων και καταστρέφοντας τα αγαθά αποτελέσματα της ελευθερίας ταύτης. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι ο περιοδικός τύπος είναι ένας εκ των θεμελιωδών όρων της υπάρξεως της πολιτείας. Είναι παρατηρητής των παρατηρούμενων ηθικών υπερβάσεων, παρανομιών ή και άλλων ανωμάλων εκδηλώσεων εις την κοινωνική και την πολιτική ζωή. Προλαμβάνει δια του ελέγχου του, έστω και μετά δριμύτητος ασκουμένου, τις καταχρήσεις της διοικήσεως και προστατεύει τα λαϊκά δίκαια και συμφέροντα, ταυτοχρόνως δε παρακωλύει την επικράτηση τυρρανικών και δεσποτικών καθεστώτων. Ο τύπος θεωρεί ότι μεταξύ των κυρίων επαγγελματικών καθηκόντων του, είναι να επεμβαίνει παντού όπου κατά την γνώμη του εμφανίζονται άτοπα ή υπερβάσεις που θίγουν την ολότητα και να ζητά την άρση αυτών. Ο τύπος είναι ο κατ’ εξοχήν συνήγορος των συμφερόντων του συνόλου.
Πρέπει να τονισθεί ιδιαίτερα: Η αντιμετώπιση του τύπου με τα ίδια μέτρα σε σχέση με τους άλλους υπαιτίους όχι μόνο παραβλέπει τους σκοπούς και τη λειτουργία αυτού, αλλά θίγει και τον πυρήνα της ελευθερίας αυτού.
Ο τύπος, που μάχεται για την προαγωγή του πνεύματος και του ήθους, μπορεί χωρίς παραμόρφωση του υλικού που συνιστούσε την είδηση, να στιγματίζει με καυστική γλώσσα κάθε κοινή πράξη, γι’ αυτό και το στοιχείο της ειρωνείας και τα λοιπά φιλολογικά διανθίσματα του γραπτού λόγου, μεταξύ των οποίων και τα θαυμαστικά, ερωτηματικά κ.λπ. καθώς και οι μεγαλόγραφοι τίτλοι με τους οποίους εμφανίζεται η είδηση, δεν μπορούν να συστήσουν νομικώς επίμεμπτη πράξη κατά της τιμής, διότι συγκροτούν δριμύ δημοσιογραφικό ύφος προς έλεγχο της ηθικής απαξίας ειδήσεως ή πράξεως.


θ/ Το Σύνταγμα προστατεύει την ελευθεροτυπία ως βασικό ατομικό δικαίωμα, όμως κάθε Δημοκρατικό Δικαίωμα συμπληρώνεται απ’ την αντίστοιχη προς το περιεχόμενό του υποχρέωση.
Το δικαίωμα λοιπόν της ελευθεροτυπίας συμπληρώνεται με την υποχρέωση του δημοσιογράφου να λέει την αλήθεια και μόνη την αλήθεια στο κοινό που τον διαβάζει και να είναι απόλυτα ειλικρινής μαζί του.
 Όσο ιερό είναι το δικαίωμα του τύπου να διαφωτίζει τους πολίτες, κάνοντας χρήση της ελευθεροτυπίας που του εξασφαλίζει το Σύνταγμα, τόσο άλλο ιερή είναι η υποχρέωσή του να ενημερώνει σωστά και ειλικρινά τους αναγνώστες για κάθε θέμα που χειρίζεται.
Είναι ιερή ακριβώς εξαιτίας της υπέρτατης κοινωνικής σημασίας του τύπου και της επιρροής του στην διαμόρφωση των ιδεών.
Η ηθική υποχρέωση του δημοσιογράφου απέναντι του κοινού είναι  κατ’ αρχήν να του προσφέρει την αλήθεια. Αυτό πηγάζει πολύ βασικά από το ήθος και την ειλικρινή υπόσταση του δημοσιογράφου του ιδίου, ο οποίος πρέπει να έχει ευρύτατη μόρφωση, πρώτα παραδοσιακά Ελληνική και μετά μία γενική μόρφωση που στην σημερινή διεθνή κοινή ενημέρωση είναι απαραίτητη.
Δημόσιο συμφέρον δεν υπάρχει εις την ανακοίνωση ψευδών πληροφοριών. Η ελευθερία του τύπου υφίσταται ου μόνον χάριν του δημοσιογράφου αλλά και χάριν του αναγνωστικού κοινού, που έχει δικαίωμα πληροφορήσεως επακριβώς.

ι/ Δικαιολογημένο ενδιαφέρον του δημοσιογράφου να καλύψει την είδηση υφίσταται όταν δι’ αυτού (ενδιαφέροντος) επιδιώκεται σκοπός μη αντικείμενος εις το δίκαιο ή τα χρηστά ήθη.
Δεν είναι δικαιολογημένο το ενδιαφέρον του δημοσιογράφου όταν ανακαλύπτει την ιδιωτική ζωή προσώπου και συντάσσει κείμενο το οποίο δημοσιοποιεί απόρρητα προσωπικά δεδομένα και δη ευαίσθητα, επιδιώκοντας να καταστήσει ανίκανο συγκεκριμένο πρόσωπο ή να δημιουργήσει εντυπώσεις περί του ήθους του.
Το δημοσιογραφικό ενδιαφέρον και το συμφέρον της ενημέρωσης του κοινού περί των όσων αναφέρει το δημοσίευμα, θα πρέπει να είναι κοινωνικώς υπέρτερα της προσβολής του τρίτου. Μόνο έτσι αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξεως του δημοσιογράφου.


κ/ Σκοπός εξύβρισης άλλου από το κείμενο του δημοσιογράφου υφίσταται, μόνο όταν αυτό εκφεύγει της απλής δυσμενούς η εκ δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κρίσεώς του ή εκδηλώσεως και εκτρέπεται  πέραν των ορίων του πρέποντος, έτσι ώστε να εισέρχεται στο πεδίο μίας παρανόμου πράξεως προσβολής της τιμής άλλου, εν γνώσει του δημοσιογράφου ότι η  πράξη του είναι  προσβλητική.

κα/ Η υπέρβαση του Δημοσιογράφου πρέπει ενσυνειδήτως να τελείται επί σκοπώ εξυβρίσεως άλλου και όχι μόνον εξ’ υπερβάλλοντος ζήλου, που επιτρέπει στον δημοσιογράφο να εκτραπεί ως προς τον τρόπο έκφρασης ή τις συνοδευτικές περιστάσεις, άνευ υπάρξεως εις την περίπτωση αυτή σκοπού εξυβρίσεως.
Αλίμονο εάν σε κάθε περίπτωση υπερβολής ή γενίκευσης γεγονότων, ή ειρωνείας ή σκωπτικού ύφους ή εκθέσεως γεγονότων μη ανταποκρινόμενων στο σύνολό τους στην αλήθεια, προέκυπτε αναγκαία και σκοπός εξύβρισης.
κβ/ Η δημοσιογραφική κριτική στα πλαίσια της άσκησης της ελευθερίας της γνώμης δεν είναι εύκολο να εκτιμηθεί δικαστικά ως προς την «ακρίβεια της».
Πολύ περισσότερο όταν δεν υπάρχουν στην επίδικη αρθρογραφία ψευδείς αποκαλύψεις ή διαστρεβλωμένα πραγματικά γεγονότα αλλά, απλοί χαρακτηρισμοί και κρίσεις.
 Για την δικαιοσύνη στο πεδίο της ελευθερίας του τύπου και της ενδεχόμενης δυσφήμησης προσώπου δια του τύπου, δικαστικές εκτιμήσεις για την ακρίβεια των απόψεων που εκφράζονται χωρούν μόνο για τα πραγματικά περιστατικά μίας υπόθεσης. Σε αντίθετη περίπτωση, η επιμονή στον έλεγχο της ακρίβειας των αξιολογικών κρίσεων όχι μόνο είναι ανέφικτη, αλλά προσβάλει και το άρθρο 10 ΕυρΣΔΑ.

Κατά το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η ελευθερία έκφρασης, βασικό θεμέλιο κάθε δημοκρατικής κοινωνικής υπό την επιφύλαξη της παρ. 2 του άρθρου 10, ισχύει και για τις «πληροφορίες» ή «ιδέες» που συγκρούονται, σοκάρουν ή ανησυχούν, αφού αυτό θέλουν «ο πλουραλισμός, η ανοχή και οι ευρείες αντιλήψεις.
 Οι αρχές αυτές, σύμφωνα με το Δικαστήριο, έχουν μία ιδιαίτερη σημασία για τον τύπο, που πρέπει «να μεταδώσει τις πληροφορίες και τις ιδέες για θέματα που απασχολούν την πολιτική αρένα» ή άλλους τομείς του δημοσίου συμφέροντος. Στα πλαίσια αυτής της λειτουργίας κατά το ΕυρΔΔΑ, υφίσταται και το δικαίωμα του κοινού να δέχεται τις εν λόγω πληροφορίες και ιδέες.

Κατά το ΕυρΔΔΑ η ελευθερία του τύπου παρέχει στην κοινή γνώμη έναν από τους καλύτερους τρόπους για να γνωρίσει και να κρίνει τις ιδέες και τη συμπεριφορά των πολιτικών ηγετών.
Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, για την παρέμβαση αυτή του τύπου, «η ελευθερία του πολιτικού διαλόγου βρίσκεται στην ίδια την καρδιά της έννοιας της δημοκρατικής κοινωνίας που διαποτίζει ολόκληρη τη Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου».

Έτσι για το ΕυρΔΔΑ, τα όρια της απαράδεκτης κριτικής έναντι των πολιτικών ανδρών, είναι ποιο ευρεί σε σχέση μ’ εκείνα ενός απλού ιδιώτη, αφού οι πολιτικοί εκτίθεται ενσυνείδητα σ’ ένα προσεκτικό έλεγχο της συμπεριφοράς τους, τόσο από τους δημοσιογράφους όσο κι από τους πολίτες και, κατά συνέπεια, πρέπει να επιδεικνύουν σχετικά μεγαλύτερη ανοχή. Από την άλλη πλευρά, το ΕυρΔΔΑ παρατήρησε ότι το άρθρο 10 παρ. 2 εγγυάται την προστασία της υπόληψης, του καθενός επομένως και των πολιτικών. Όμως, όταν αυτοί ενεργούν, θα πρέπει οι στόχοι αυτής της προστασίας «να ισορροπούν με τα συμφέροντα της ελεύθερης συζήτησης των πολιτικών θεμάτων».

κγ/ Η μέχρι σήμερα εναργής ενασχόλησή μου με τα κοινά και η παρακολούθηση τόσον ως αιρετός όσον και ως ενεργός πολίτης του έντυπου και ηλεκτρονικού τύπου της πόλης μου, με έχει κάνει ακράδαντα να πιστεύω ότι ουδεμία περίπτωση παραβίασης του ενδεδειγμένου δημοσιογραφικού λειτουργήματος υπήρξε, τουναντίον το σύνολο των δημοσιογράφων του Νομού και της πόλης, ασκούν το λειτούργημά τους κατά τον πλέον δόκιμο τρόπο, υπό δύσκολες συνθήκες και χωρίς την ανάλογη και προσδοκώμενη υποστήριξη.

* Δικηγόρος, πρώην Πρόεδρος Δημοτικού Συμβουλίου Δήμου Σπάρτης

http://www.notospress.gr



Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *