Σάββατο, 30 Ιουνίου 2012

ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΣΧΙΖΑ

Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ της νέας συγκυρίας : Προσηλυτισμός ή Προσεταιρισμός;

Οι εκλογές της 17ης Ιουνίου έφεραν στις δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ – ΕΚΜ ένα μεγάλο ποσοστό σε σχέση με το αφετηριακό 4,6% προ των εκλογών της 6ης Μαίου. Οι νεοεισερχόμενοι στον ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ ως συμπαθούντες, ως «αυτοστρατευμένοι» ενεργοί πολίτες ή ως απλοί ψηφοφόροι και αντιρρησίες των μνημονίων, επιβάλλουν οπωσδήποτε μια νέα ερμηνεία των νέων πολιτικών διαθέσεων και διαθεσιμοτήτων. Και είναι φανερό ότι οι ερμηνείες «του ποδαριού» ή αυτές που υπηρετούν αγκυλώσεις και πολιτικές δυνάμεις αδρανείας, δεν βοηθούν στο να αναγνωρισθούν οι επί μέρους ταξικές και κοινωνικές ταυτότητες των αυθόρμητων «συνιστωσών», που συνέβαλαν στην εκλογική «επιτυχία» του 27% της 17ης Ιουνίου…

Και κάτι ακόμη πιο σημαντικό : Οι πρόχειρες ερμηνείες ενός εκλογικού αποτελέσματος που προέκυψε μέσα στη φούρια των μνημονιακών εκβιασμών και εστιάστηκε σ’ αυτούς, δεν επιτρέπουν την διάγνωση κάποιων ευρύτερων θέσεων και απόψεων που «ενδημούν» στο σώμα των νεοαποκτηθέντων ψηφοφόρων.

Υπάρχουν ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν μετά από έρευνα και διάλογο. Ερωτήματα που η «υγιής» και δημοκρατική διατύπωσή τους βασίζεται σε μια αμφίδρομη επικοινωνιακή διαδικασία «παλιού» και «νέου» ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ. Το αντίθετο αυτής της τακτικής, δηλαδή η διαδικασία ενός απλοϊκού «προσηλυτισμού» στο παλιό προ της 6ης Μαϊου μόρφωμα – το οποίο βρέθηκε στη νέα κατάσταση αφού προηγουμένως γνώρισε κατά περιόδους έντονες δημοσκοπικές «ανοδοκαθόδους» - βάζει σε σοβαρή διακινδύνευση τη νέα μάχη που αναπόφευκτα θα δώσει ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ στις συνθήκες των επερχόμενων μνημονίων…

Το πρώτο και μάλλον αφελές ερώτημα αναφέρεται στο χαρακτήρα της ψήφου της 17ης Ιουνίου, στο κατά πόσο αυτή ήταν «ταξική» ή «αντιμνημονιακή». Υπάρχουν στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ που υποστηρίζουν το πρώτο, σαν να είναι μόνιμοι κάτοικοι Αυστραλίας….

Ο καθένας βεβαίως δικαιούται να λέει ό,τι θέλει , υποχρεούται πάντως να εξηγεί αν εκφράζει ευχή ή διαπίστωση…

Το δεύτερο ερώτημα αφορά τη ταξική και κοινωνική ταυτότητα των υποστηρικτών του αντιμνημονιακού ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ, και συγκεκριμένα το εάν και κατά πόσο , μαζί με τα τμήματα της φτωχολογιάς της πόλης και του χωριού, συμπορεύονται και τμήματα της «προοδευτικής» μεσαίας τάξης : Της τάξης που ακόμη κι όταν δεν αντιμετωπίζει άμεσα «υπαρξιακά» προβλήματα, μπαίνει σε συναγερμό από τις έξωθεν απειλές, από την αποικιοποίηση της χώρας, την απειλή κατάσχεσης των ελληνικών περιουσιών, την καταβύθιση της ποιότητας ζωής, την εξαχρείωση του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος. Ποια ήταν η συμβολή των «μικρομεσαίων» στην αντιμνημονιακή πάλη και ψήφο των εκλογών; Στην προκειμένη περίπτωση, ανεξαρτήτως μεγεθών και ποσοστών του μικρομεσαίου παράγοντα, θα πρέπει να αποκλεισθεί η παραδοσιακή παλαιοκομμουνιστική αντιμετώπιση της μεσαίας τάξης ως τάξης «βοηθητικής» και «χειραγωγήσιμης». Η στάση αυτή συνιστά ένα μεγάλο πολιτικό «αναχρονισμό», που πρέπει να υπερβεί με κάθε τρόπο το νέο πολιτικό μόρφωμα που θα δημιουργηθεί στη θέση του παλιού ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ….

Το τρίτο ερώτημα αφορά το κατά πόσο η αντιμνημονιακή καμπάνια του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ συνέβαλε στην ανάδειξη των όποιων οικολογικών του θέσεων, και δια μέσου αυτής της ανάδειξης στην προσέλκυση ψηφοφόρων από το χώρο των Οικολόγων Πρασίνων και της ευρύτερης ευαισθησίας στα μοντέρνα, «μεταϋλικά» αιτήματα.. Μήπως ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ κληθεί στο μέλλον να δώσει μια μάχη περί της οικολογικότητάς του – εάν και εφόσον δειχθεί ότι προς το παρόν δεν την έδωσε; Και ποια είναι η εμβέλεια του κοινωνικού σώματος που επηρεάζεται από τα ιδιαίτερα ζητήματα ποιότητας ζωής και περιβάλλοντος; Εάν ο υπαρκτός ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ δεν μόχθησε για την παραγωγή ενός συνεκτικού οικολογικού μοντέλου Παραγωγικών δυνάμεων/παραγωγικών σχέσεων, μήπως στο μέλλον βρεθεί προ εκπλήξεως όταν κληθεί να το προσκομίσει και να το υπερασπίσει;

Το τέταρτο και πολυπεριεκτικό ερώτημα αφορά το ρόλο της εθνικής συλλογικότητας μέσα στον βαλκανικό, ευρασιατικό, μεσογειακό και ευρωπαϊκό περίγυρο. Αναγνωρίζει ο ΣΥΡΙΖΑ την τουρκική πολιτική ως πολιτική περιφερειακής υπερδύναμης, που επιβάλλει εθνική και διακρατική εγρήγορση; Αναγνωρίζει την Αρχή της Διεθνούς Νομιμότητας και επομένως θέτει σαν στόχο την εφαρμογή της στο Αιγαίο και στην Κύπρο; Ή αντίθετα αποδέχεται τη λογική των διμερών διευθετήσεων, που διέπονται από τους εκάστοτε συσχετισμούς δύναμης;

Αναγνωρίζει ο ΣΥΡΙΖΑ την ανάγκη ανάπτυξης σχέσεων με άλλες διεθνείς συλλογικότητες, στον ευρασιατικό, βαλκανικό και μεσογειακό χώρο, ή «ετεροκαθορίζεται» από τους ευρωπαίζοντες επικριτές του και – προκειμένου να τους εξευμενίσει – αποκρούει τις όποιες σχέσεις πέραν της ευρωπαϊκής «οικογένειας»;

Αναγνωρίζει ο ΣΥΡΙΖΑ το οξύ πρόβλημα που προκύπτει από τον προσεταιρισμό της μουσουλμανικής μειονότητας από το τουρκικό κράτος;

Τελευταίο έρχεται το ερώτημα της λεγόμενης «μετανάστευσης» - αν θεωρήσουμε τέτοια την συστηματική, για μια εικοσαετία, διείσδυση ξένων πληθυσμών στην ελληνική επικράτεια. Οι προγραμματικές προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ προ των εκλογών της 17 Ιουνίου συνιστούν πρόοδο, όμως ταυτόχρονα δεν συνιστούν ολοκληρωμένη απάντηση στο μεγάλο ζήτημα της συνεύρεσης ξένων και εγχώριων πληθυσμών (Ελλήνων) χωρίς τα στοιχεία της νόμιμης αποδοχής, της τήρησης των εργασιακών και οικονομικών θεσμών, της προσαρμογής στη «φέρουσα ικανότητα» της χώρας για φιλοξενία ή εποικισμό κάθε μορφής… Η χώρα προφανώς έχει διεθνές «χρέος» στην στήριξη των προσφύγων και των οικονομικά απόκληρων, έστω και υπό συνθήκες οιονεί χρεοκοπίας, όμως και το χρέος αυτό έχει όρια…Παρακάμπτοντας τις χρησιμοθηρικές ηθικολογίες των «επαναστατικών» γκρουπούσκουλων που αναθέτουν στην μεταναστευτική διαδικασία την παραγωγή ενός άχρωμου κοινωνικοπολιτικού χυλού για την ολική αποδόμηση της διεθνούς καπιταλιστικής τάξης, μπαίνει το ερώτημα : Μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ να χαράξει στον ελληνικό και να προωθήσει στον ευρωπαϊκό χώρο, μια πολιτική συνευθύνης και αποθάρρυνσης των μεταναστευτικών ροών; Μπορεί να αποτρέψει τα φαινόμενα της «μαύρης εργασίας» και «μειοδοσίας» κατά παράβαση των εργασιακών θεσμίσεων, που ενισχύουν το φασιστικό φαινόμενο δια μέσου της σύγκρουσης μεταναστευτικών και γηγενών πληθυσμών;

Προϊόν αυτής της μικρής προσέγγισης, που τελεί υπό την αίρεση κάποιων στατιστικών επιβεβαιώσεων, είναι ότι : Ο υπαρκτός ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ, ως οργανωτικό, στελεχιακό και πολιτικό δυναμικό, στη πορεία του μετασχηματισμού του σε μια κυβερνώσα, ριζοσπαστική, κοινωνική και πολιτική Αριστερά, είναι υποχρεωμένος σε πρώτη φάση να αναζητήσει ορισμένους κοινούς τόπους με τις «κοινωνικές συνιστώσες» που συμπορεύθηκαν μαζί του στις δίδυμες εκλογές. Και παραπέρα, σε μια δεύτερη φάση, είναι υποχρεωμένος να «πατήσει», χωρίς ηγεμονισμούς , σε μια νέα, έντιμη, κοινωνική συμμαχία αριστερών και πατριωτικών δυνάμεων.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *