Κυριακή, 14 Μαΐου 2017

ΜΑΝΑ - ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΠΙΣΤΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ ΜΑΣ ΔΗΜΟΣΘΕΝΗ ΜΠΟΥΚΗ



Μάνα

Μάνα, σαν έλθω δίπλα σου στον κόσμο των ψυχών
και την αγκάλη σου ξανά ολάνοιχτη προβάλλεις
και με τα ζαροχέρια σου τα άσπρα μου μαλλιά
ξανά με γλύκα, τρυφερά, πάλι θα περιβάλλεις,

τότε θα νοιώσω σαν παιδί, ως αν μικρό σπουργίτι,
σαν τότε που με φρόντιζες, με γέμιζες φιλιά
και με χαρές και σιγουριά εγέμιζες το σπίτι,
που στοίχειωσε, ερήμωσε και δεν υπάρχει πιά.

Εκεί, στον κόσμο των ψυχών, ήρεμα και γαλήνια
θα σεργιανάμε ανάμεσα σε φτέρες και λουλούδια
και θα μου λες «-Μη σκιάζεσαι, εδώ πόνο δεν έχει,
αγάπες μόνο και φιλιά, χαρούμενα τραγούδια».

Θα κάτσουμε κατάχαμα στου πεύκου τα ριζά,
στον ίσκιο του, π’ απλόχερα τριγύρω μας σκορπάει,
θα αφήσουμε τις μνήμες μας να τρέχουν σιωπηλά,
στους χρόνους που επέρασαν και στη ζωή που πάει.

Και εκεί, σιμά μας, δίπλα μας, στο άκρο τ’ ουρανού,
φέγγει και λάμπει πρόσχαρος ένας λαμπρός αστέρας,
μας καμαρώνει και γελά με γέλιο του γλυκό
ο φίλος και προστάτης μας. Ναι…, είναι ο πατέρας.

Μάνα, σαν έλθω δίπλα σου στον κόσμο των ψυχών,
γεμάτος πόνο απ’ της ζωής τα λασπομονοπάτια,
ξαλάφρωσε το είναι μου και δώσε μου ψυχή
κοιτώντας μεσ’ τα μάτια μου τα δυό γλυκά σου μάτια.


Δημοσθένης Μπούκης του Γιάννη
Μάης 2017


Για τη μητέρα (Απόσπασμα από την «Αναφορά στον Γκρέκο», του Ν. Καζαντζάκη)

"Οι ώρες που περνούσα με τη μητέρα μου ήταν γεμάτες μυστήριο καθόμασταν ο ένας αντίκρα στον άλλο, εκείνη σε καρέκλα πλάι στο παράθυρο, εγώ στο σκαμνάκι μου, κι ένιωθα, μέσα στη σιωπή, το στήθος μου να γεμίζει και να χορταίνει, σαν να 'ταν ο αγέρας ανάμεσά μας γάλα και βύζαινα. Από πάνω μας ήταν η γαζία, κι όταν ήταν ανθισμένη, η αυλή μοσκομύριζε. Αγαπούσα που τα ευωδάτα κίτρινα λουλούδια της, τα 'βαζε η μητέρα μου στις κασέλες και τα εσώρουχά μας, τα σεντόνια μας, όλη μου η παιδική ηλικία μύριζε γαζία. Μιλούσαμε, πολλές ήσυχες κουβέντες, πότε η μητέρα μου διηγόταν για τον πατέρα της, για το χωριό που γεννήθηκε, και πότε εγώ της ιστορούσα τους βίους των αγίων που είχα διαβάσει, και ξόμπλιαζα τη ζωή τους με τη φαντασία μου δε μ' έφταναν τα μαρτύριά τους, έβαζα κι από δικού μου, ωσότου έπαιρναν τη μητέρα μου τα κλάματα, τη λυπόμουνα, κάθιζα στα γόνατά της, της χάιδευα τα μαλλιά και την παρηγορούσα:

- Μπήκαν στον Παράδεισο, μητέρα, μη στεναχωριέσαι, σεργιανίζουν κάτω από ανθισμένα δέντρα, κουβεντιάζουν με τους αγγέλους και ξέχασαν τα βάσανά τους. Και κάθε Κυριακή βάζουν χρυσά ρούχα, κόκκινα κασκέτα με φούντες και πάνε να κάμουν βίζιτα στο Θεό. Κι η μητέρα σφούγγιζε τα δάκρυά της, με κοίταζε σα να μου έλεγε: «Αλήθεια λες;» και χαμογελούσε.

Και το καναρίνι, μέσα από το κλουβί του, μας άκουγε, σήκωνε το λαιμό και κελαηδούσε μεθυσμένο, ευχαριστημένο, σαν να 'χε αφήσει μια στιγμή τους αγίους κι ήρθε στη γης να καλοκαρδίσει τους ανθρώπους.

Η μητέρα μου, η γαζία, το καναρίνι, έχουν σμίξει αχώριστα, αθάνατα μέσα στο μυαλό μου δεν μπορώ πια να μυρίσω γαζία, ν' ακούσω καναρίνι, χωρίς ν' ανέβει από το μνήμα της -από το σπλάχνο μου- η μητέρα μου και να σμίξει με τη μυρωδιά τούτη και το κελάδημα του καναρινιού.

Ποτέ δεν είχα δει τη μητέρα μου να γελάει χαμογελούσε μόνο, και τα βαθουλά μαύρα μάτια της κοίταζαν τους ανθρώπους γεμάτα υπομονή και καλοσύνη. Πηγαινοέρχονταν σαν πνεύμα αγαθό μέσα στο σπίτι, κι όλα τα πρόφταινε ανέκοπα κι αθόρυβα, σαν να 'χαν τα χέρια της μιαν καλοπροαίρετη μαγική δύναμη, που κυβερνούσε με καλοσύνη την καθημερινήν ανάγκη.

Μπορεί και να 'ναι η νεράιδα, συλλογιζόμουν κοιτάζοντάς την σιωπηλά, η νεράιδα που λεν τα παραμύθια, και κινούσε το παιδικό μυαλό μου η φαντασία να δουλεύει: μια νύχτα ο πατέρας μου, περνώντας από τον ποταμό, την είδε να χορεύει στο φεγγάρι, χίμηξε, της άρπαξε το κεφαλομάντηλο, κι από τότε την έφερε στο σπίτι και ψάχνει να βρει το κεφαλομάντηλο, να το ρίξει στα μαλλιά της, να γίνει πάλι νεράιδα και να φύγει. Την κοίταζα να πηγαινοέρχεται, ν' ανοίγει τα ντουλάπια και τις κασέλες, να ξεσκεπάζει τα πιθάρια, να σκύβει κάτω από το κρεβάτι, κι έτρεμα μην τύχει και βρει το μαγικό κεφαλομάντηλό της και γίνει άφαντη.

Η τρομάρα αυτή βάσταξε χρόνια και λάβωσε βαθιά την νιογέννητη ψυχή μου κι ακόμα και σήμερα αποκρατάει μέσα μου πιο ανομολόγητη η τρομάρα ετούτη: παρακολουθώ κάθε αγαπημένο πρόσωπο, κάθε αγαπημένη ιδέα, με αγωνία, γιατί ξέρω πως ζητάει το κεφαλομάντηλό της να φύγει."

Επιμέλεια: Δημοσθένης Μπούκης του Γιάννη


ΚΑΛΗΜΕΡΑ




ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 2015 ΕΦΥΓΕ Ο BB KING




Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *