Τρίτη, 4 Ιουλίου 2017

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ 14ης ΜΑΗ: «Δεύτερη αξιολόγηση, κυβερνητική ’’αυτομαστίγωση’’ και η ανάγκη αντίδρασης του κυρίαρχου Λαού»

«ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ 14ης ΜΑΗ»
ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗ 


ΤΩΝ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΩΝ – ΠΑΤΡΙΩΤΙΚΩΝ – ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ

Αθήνα, 4 Ιουλίου 2017

«Δεύτερη αξιολόγηση, κυβερνητική ’’αυτομαστίγωση’’ και η ανάγκη αντίδρασης του κυρίαρχου Λαού»

«Κανείς δεν περίμενε περαιτέρω μέτρα για το χρέος σ’ αυτή τη φάση» παραδέχθηκε πριν δύο ημέρες ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών, Γιώργος Χουλιαράκης, από το βήμα συνεδρίου του Economist και προσέθεσε: «δεν είχαμε προσδοκίες ότι το Eurogroup θα μπορούσε να ξεκλειδώσει τη συμμετοχή στην ποσοτική χαλάρωση» και εξήγησε ότι «αυτή είναι μία απόφαση, την οποία θα λάβει μόνη της η ΕΚΤ».

Η επίσημη τοποθέτηση του κ. Χουλιαράκη δεν «αδειάζει» απλώς την επίσημη κυβερνητική προπαγάνδα, η οποία ούτως ή άλλως είχε σαν σκοπό να προσφέρει «φύλο συκής» στους «απογυμνωμένους» κάθε πολιτικής σοβαρότητας βουλευτές της πλειοψηφίας, αλλά πολύ περισσότερο προσβάλλει, για μια ακόμη φορά με τον πλέον χυδαίο τρόπο, τη νοημοσύνη του ελληνικού λαού.

Κανείς δεν περίμενε βεβαίως τον κ. Χουλιαράκη, για να αντιληφθεί την μειοδοτική πολιτική της Κυβέρνησης ΣΥ.ΡΙΖ.Α. – ΑΝ.ΕΛ. Η ολοκληρωτική παράδοσή της στις ορέξεις της νεοφιλελελεύθερης διεθνούς και των τοκογλύφων δανειστών, που πίσω από το «τυράκι» των χαμηλών επιτοκίων (τη στιγμή βέβαια που το κόστος χρήματος είναι μηδενικό) κρύβουν την καταλήστευση του δημόσιου και ιδιωτικού πλούτου της χώρας, την εξαθλίωση των ντόπιων παραγωγικών δυνάμεων και την υποθήκευση της λαϊκής κυριαρχίας στο πλαίσιο των μεγάλων συμφερόντων στην ευρύτερη περιοχή μας, αποτελεί εθνική και κοινωνική προδοσία.

Η πραγματικότητα, με βάση την απόφαση του Eurogroup για την β’ αξιολόγηση, είναι τραγική. Μετά την ψήφιση και προνομοθέτηση σκληρών μέτρων για φορολογουμένους και συνταξιούχους από το 2019, η Ελληνική κυβέρνηση δεσμεύθηκε για πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% του Α.Ε.Π έως και το 2022 και «ίσα» ή μεγαλύτερα, αλλά κοντά στο 2% του Α.Ε.Π έως και το 2060. 

Γίνεται αντιληπτό, ότι η αποδοχή της διατήρησης των εξωφρενικών παραπάνω πλεονασμάτων για 42 χρόνια από σήμερα, που, σημειωτέον, καμία χώρα από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο έως σήμερα δεν πέτυχε, σημαίνει πρακτικά την διατήρηση συνθηκών λιτότητας και αναπτυξιακής «βύθισης», με συντριβή των υπαρχουσών παραγωγικών «νησίδων», λόγω της άγριας υπερφορολόγησης για την επίτευξη αυτών των «αιματηρών» πλεονασμάτων, συνδυασμός, που μπορεί να αποβεί μοιραίος για τον λαό, αλλά και για τα εθνικά συμφέροντα. Σε μια εποχή έντονων γεωπολιτικών ανακατατάξεων, που η Ελλάδα θα έπρεπε να είναι σε εγρήγορση και να «εξάγει» οικονομικό δυναμισμό και αυτοπεποίθηση, η πολιτικοοικονομική της ηγεσία αποδέχεται για τις επόμενες δεκαετίες, ότι θα παραμείνει ένα «οικονομικό πτώμα».

Αν σε όλα τα παραπάνω προστεθεί η εκχώρηση, σε βαθμό δημεύσεως, της δημόσιας περιουσίας στο λεγόμενο «Υπερταμείο», η οποία επιδιώκεται να πέσει στα χέρια ιδιωτών, που, υποτίθεται, διαθέτουν τα κεφάλαια για να την αξιοποιήσουν, η έφοδος, που επίκειται μέσω των ηλεκτρονικών πλειστηριασμών στην περιουσία του Ελληνικού λαού, οι συνθήκες εργασιακού «Μεσαίωνα» σε όλους τους τομείς, με πλήρη ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων, η επιχειρούμενη εξαφάνιση των μικρομεσαίων ελεύθερων επαγγελματιών και αγροτών και η έξοδος του πιο μορφωμένου τμήματος της νέας γενιάς στις παραγωγικές μηχανές της Δύσης, ως έτοιμο επιστημονικό προσωπικό, είναι προφανές ότι δημιουργείται ένα «σπιράλ οικονομικού θανάτου» της χώρας.

Η χειρότερη, δε, πτυχή της οδυνηρής αυτής πραγματικότητας είναι η απουσία οποιουδήποτε οδικού χάρτη εξόδου από αυτόν τον φαύλο, καταστροφικό κύκλο και η έλλειψη ενός σχεδίου εθνικής παραγωγικής ανασυγκρότησης, με βάση τα συντριπτικά της πλεονεκτήματα, που υπάρχουν σε πάρα πολλούς τομείς.

Να θυμίσουμε ότι μετά τη Β ’Αξιολόγηση, προέκυψε «νέος κατάλογος», του επικαιροποιημένου Μνημονίου, με 113 προαπαιτούμενα, ανάμεσα στα άλλα περιλαμβάνει κομβικά ζητήματα για την εγχώρια αγορά ενέργειας μέχρι το τέλος του Προγράμματος, το 2018. Στα ενεργειακά, ξεχωρίζουν μεταξύ άλλων η πώληση των λιγνιτικών μονάδων της Δ.Ε.Η, ο νέος διαγωνισμός για την ιδιωτικοποίηση του ΔΕΣΦΑ, και οι παρεμβάσεις στην αγορά φυσικού αερίου. Επίσης προβλέπονται, μειώσεις συντάξεων, μειώσεις φαρμακευτικής δαπάνης, αλλαγή του τρόπου απόφασης προκήρυξης απεργίας, από τα συνδικάτα και άλλα.

Δεν προκαλούν λοιπόν την έκπληξή μας, ούτε οι συγκεκριμένες δηλώσεις, ούτε και η συνέχιση της πορείας που χάραξαν οι νυν κυβερνώντες, άξιοι συνεχιστές του «ευάρεστου έργου» όσων προηγήθηκαν.

Προκαλούν όμως την υπομονή μας και, ελπίζουμε, να προκαλέσουν την τελική, απελευθερωτική, ανατρεπτική αντίδραση του ελληνικού λαού.

Εμείς, ως «Πρωτοβουλία 14ης Μάη» θα συμβάλουμε με όλες μας τις δυνάμεις προς σε αυτήν την κατεύθυνση. Η ανάκτηση της εθνικής ανεξαρτησίας, η επαναφορά της συνταγματικής νομιμότητας και της λαϊκής κυριαρχίας σε μια κατεύθυνση βιώσιμης ανάπτυξης και κοινωνικής απελευθέρωσης δεν αποτελούν ουτοπία, αλλά μονόδρομο.
«Πρωτοβουλία 14ης Μάη»


Επιστολή του Δημάρχου Ηλιούπολης προς αιρετούς και συναδέλφους












Αγαπητέ Συνάδελφε,

Με τις 11 ήμερες κινητοποιήσεις των εργαζόμενων στις υπηρεσίες καθαριότητας των Δήμων η ελληνική κοινωνία δοκιμάστηκε για μια ακόμη φορά, καθώς αναδείχτηκαν έντονα οι αντιθέσεις και οι συγκρούσεις αντιλήψεων και συμπεριφορών.

Από την μία εργαζόμενοι που έδιναν αγώνα χάνοντας μεροκάματα σε πολύ δύσκολους καιρούς, ακόμη και μόνιμοι που δεν τους αφορούσε το θέμα, με αποκλειστικό κριτήριο την συνδικαλιστική συνείδηση αλληλεγγύης και από τη άλλη ακόμη και συμβασιούχοι που έφτιαχναν απεργοσπαστικούς μηχανισμούς με την ελπίδα ότι οι υπόλοιποι θα βγάλουν το φίδι από την τρύπα.

Από τη μία οι πολίτες που «τσίμπησαν» αμέσως το τυράκι της εύκολης και επιπόλαιας λύσης, της απόλυσης των εργαζομένων και της ιδιωτικοποίησης των μηχανισμών καθαριότητας και από την άλλη οι συνειδητοποιημένοι πολίτες που γνωρίζουν τις ολέθριες επιπτώσεις της ιδιωτικοποίησης και αντιστάθηκαν στον πειρασμό, εκφράζοντας την αλληλεγγύη τους στον αγώνα των εργαζομένων.

Από τη μία τα ΜΜΕ που εκφράζοντας συγκεκριμένα συμφέροντα ιδιωτικοποίησης της καθαριότητας, έτρεχαν με τις κάμερες από Δήμο σε Δήμο για να αναδείξουν την «ικανότητα» εκείνων των Δημάρχων που κρατούσαν καθαρούς τους Δήμους τους, ή αυτούς που προωθούσαν την ιδιωτικοποίηση, χωρίς βέβαια να τους ρωτήσουν ούτε μια φορά που τα πήγαιναν και από την άλλη τα ΜΜΕ που κράτησαν ορθή και ψύχραιμη στάση αναδεικνύοντας το τεράστιο πρόβλημα υγείας, σεβόμενα όμως και τα εργασιακά δικαιώματα και τις περιβαλλοντικές διαστάσεις του προβλήματος.

Και το χειρότερο! Από τη μια οι Δήμαρχοι που βγήκαν ευθαρσώς και στήριξαν το κίνημα των συμβασιούχων και τον δίκαιο αγώνα τους και από την άλλοι οι ελάχιστοι «ικανοί» που βγήκαν στις κάμερες, αξιοποιώντας τους απεργοσπαστικούς μηχανισμούς, ποιώντας την νήσσαν για την επίσημη τοποθέτηση της ΚΕΔΕ και εκθέτοντας τους συναδέλφους τους, εισέπρατταν συγχαρητήρια.

Οι ελάχιστοι αυτοί συνάδελφοι, για τους οποίους η ΚΕΔΕ δεν βρήκε ούτε λέξη να πει προκειμένου να στηρίξει τον αγώνα και την συνέπεια της πλειοψηφίας των υπολοίπων, ενδεχομένως προέβησαν και σε ένα περιβαλλοντικό έγκλημα που εκθέτει ανεπανόρθωτα την Τοπική Αυτοδιοίκηση και αναιρεί όλη την προσπάθεια για την περιβαλλοντική αναβάθμιση των Δήμων.

Οι Δήμαρχοι αυτοί είτε αρνούνται να πουν που πήγαν και πέταξαν τα σκουπίδια τόνων και 11 ημερών, είτε εκτοξεύουν διάφορες ανεδαφικές δικαιολογίες περί αόρατων – απομονωμένων χώρων προσωρινής εναπόθεσης.

Πολύ δε περισσότερο βγήκαν στην κάμερα και αντί να πουν την αλήθεια ότι η μη συσσώρευση σκουπιδιών στους Δήμους τους πολύ απλά οφείλεται στο ότι οι εργαζόμενοί τους είναι απεργοσπάστες, απέκρυψαν το γεγονός και παρουσιάστηκαν ως δήμαρχοι ιδιαίτερων ικανοτήτων που αξίζουν επαίνων, σε αντίθεση βέβαια με τους υπόλοιπους «άχρηστους» και «ανίκανους» που αφήνουν τους δημότες τους στο έλεος του θεού.

Αγαπητέ Συνάδελφε,

Όπως κι εσύ θα διαπίστωσες, οι κινητοποιήσεις των εργαζομένων είχαν ως μοναδική τελικά επίπτωση, την στροφή της κοινής γνώμης εναντίον των δημοτικών αρχών.

Ούτε η Κυβέρνηση θεωρήθηκε άμεσα υπεύθυνη για το πρόβλημα , ούτε οι εργαζόμενοι που εντέλει υπερασπίζονται τα συμφέροντά τους.

Συμπερασματικά υπεύθυνοι ήταν οι ανίκανοι δήμαρχοι που σε αντίθεση με άλλους, στάθηκαν ανίκανοι να καθαρίσουν τις πόλεις τους.

Μέσα σε τέτοιες συνθήκες όμως η Τοπική Αυτοδιοίκηση δεν μπορεί να έχει ούτε μέλλον, ούτε κύρος.

Για μια φορά ακόμη, μέλη της Τοπικής Αυτοδιοίκησης με κυρίαρχο το ένστικτο της ατομικής αυτοσυντήρησης, έσπευσαν να την εκθέσουν σπάζοντας κάθε συλλογική ευθύνη.

Όπως συνέβη και στο παρελθόν με την οικονομική διαχείριση, με τις καταπατήσεις, με τις παράνομες χωματερές, με τις απευθείας αναθέσεις, με την μη είσπραξη τελών, με τις προσλήψεις και με όλες αυτές τις περιπτώσεις που κηλίδωσαν ανεπανόρθωτα τον τίτλο του Δημάρχου και του αιρετού.

Η μεγάλη ευθύνη ανήκει στα συλλογικά όργανα που σιώπησαν και με μοναδικό γνώμονα τις πολιτικές ισορροπίες άφησαν εκτεθειμένη τη μεγάλη πλειοψηφία των αιρετών που δίνουν ιδρώτα και αίμα για την υπόθεση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και του τόπου του ο καθένας, με συντριπτικό προσωπικό κόστος.

Ένα τέτοιο «άδειασμα» δεν μπορεί παρά να οδηγήσει στην αποσύνθεση της συλλογικότητας και στην απαξίωση του θεσμού.

Καλώ λοιπόν τα συλλογικά όργανα και ειδικά την ΚΕΔΕ να πάρουν θέση δημοσίως και να στηρίξουν όλους εκείνους του Δημάρχους που στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων και με συνέπεια στις αξίες που πρεσβεύει η Αυτοδιοίκηση, σήκωσαν το βάρος και το κόστος των κινητοποιήσεων.

Τους καλώ να βγουν και να πουν την αλήθεια. Με ποιο τρόπο ορισμένοι Δήμοι παρέμειναν καθαροί; Που πήγαν τα σκουπίδια τον καιρό που ο ΧΥΤΑ της Φυλής ήταν κλειστός και αποκλεισμένος; Τι είδους μυστικές συνεννοήσεις έκαναν κάτω από το τραπέζι με ιδιώτες και εργαζόμενους;

Η Τοπική Αυτοδιοίκηση σήμερα έχει ανάγκη περισσότερο από κάθε φορά από μια ηγεσία με θάρρος και άποψη. Μια ηγεσία που να μπορεί να σηκώσει το βάρος και τις ευθύνες των αιρετών που εκπροσωπεί και μια ηγεσία που να μεταδίδει σιγουριά σε όλη την κοινωνία για να προστατεύσει το θεσμό από τις απειλές και τους κινδύνους.

Ειδάλλως είμαστε όλοι άξιοι των πράξεών μας και της κοινωνικής απαξίωσης.


ΟΤΑΝ ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΑΠΑΤΕΩΝΕΣ ΤΟΥ ΚΟΥΡΑΣΗ ΨΗΦΙΖΑΝ ΤΟ ΨΗΦΙΣΜΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΣΥΜΒΑΣΙΟΥΧΟΥΣ ΣΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

ΚΟΥΡΑΣΟΓΥΑΛΟΥΡΟΣ
 

Μιλάνε όλοι για την αναξιοπιστία της κυβέρνησης.

Η καμήλα όμως την καμπούρα της δεν την βλέπει. Μόνο της μπροστινής κοιτάει και δείχνει.

Αυτό που έγινε εχτές στο δημοτικό συμβούλιο του Χαλανδρίου το αποδεικνύει άλλη μια φορά την υποκρισία, τον πολιτικό αμοραλισμό και την αναξιοπιστία μιας παράταξης που ΠΡΟΤΑΣΣΕΙ κατ' απόλυτο τρόπο το κομματικό, παραταξιακό συμφέρον, μιας δράκας ιδιοτελών κομπογιαννιτών που έχουν γίνει νοματαίοι ΚΟΡΟΪΔΕΥΟΝΤΑΣ την κοινωνία.

Μιας παράταξης ΠΑΡΤΑΚΗΔΩΝ που ΜΑΥΡΟΓΥΑΛΟΥΡΩΝ.

Γιατί τι άλλο είναι ο αιρετός εκείνος που πριν μια βδομάδα ψήφισε το ψήφισμα που ακολουθεί για να "τους κοροϊδέψει τους χωριαταρέους" τους εργαζόμενους ότι είναι μαζί τους και μοιράζετε τις ίδιες αγωνίες με αυτούς και μια βδομάδα μετά κρύβονται ΟΛΟΙ πίσω από το δάκτυλό τους και δεν έρχονται στο δημοτικό συμβούλιο να ψηφίσουν να παραμείνουν στις θέσεις τους οι συμβασιούχοι;

Τι πολιτικκοί αντιμετώπιση αξίζουν εκείνοι οι οποίοι ΔΙΟΡΙΣΑΝ τους συμβασιούχους, τυς πούλησαν προστασία (ως κανικοί ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΝΤΑΒΑΤΖΗΔΕΣ) όσο ήταν διοίκηση και τώρα που την εργασία τους εξασφαλίζει το .... άλλο κόμμα δεν πάνε να ψηφίσουν;;;

 ΝΤΡΟΠΗ ΣΑΣ!

 Δες μπαμπουϊνε  που τους ψηφίζεις ΤΙ ΕΙΧΑΝ ΨΗΦΙΣΕΙ ΟΙ ΙΔΙΟΙ ΠΡΙΝ ΜΙΑ ΒΔΟΜΑΔΑ:

ΤΟ ΨΗΦΙΣΜΑ:

Με αφορμή την πρόσφατη απόφαση του Ελεγκτικού συνεδρίου που οδηγεί σε χιλιάδες απολύσεις και τις κινητοποιήσεις των εργαζομένων στους δήμους, το δημοτικό συμβούλιο Χαλανδρίου, εκφράζει την συμπαράστασή του στον δίκαιο αγώνα των συμβασιούχων για μετατροπή σε αορίστου, των συμβάσεων ορισμένου χρόνου που έχουν παραταθεί με διαδοχικές κυβερνητικές αποφάσεις μέχρι το τέλος του 2017.

Οι συμβάσεις αυτές μας καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, καλύπτονται από τα ανταποδοτικά τέλη και είναι απαραίτητες προκειμένου να λειτουργήσει αποτελεσματικά η καθαριότητα, ιδιαίτερα εφόσον ισχύει το απαράδεκτο καθεστώς της ουσιαστικής απαγόρευσης προσλήψεων στους ΟΤΑ.

Στηρίζει το αίτημα για καταβολή των δεδουλευμένων καθώς και την κατάργηση κάθε μορφής ελαστικής εργασίας αλλά και της απαγόρευσης προσλήψεων, ιδιαίτερα στους τομείς της καθαριότητας και των κοινωνικών υπηρεσιών.

Υπερασπίζεται την κατάργηση του καθεστώτος της εργασιακής ανασφάλειας, της ομηρίας και αντιστέκεται σε κάθε μεθόδευση που οδηγεί στην ιδιωτικοποίηση των υπηρεσιών των δήμων μέσω των απολύσεων και της συνεχιζόμενης απαξίωσης της εργασίας των εργαζομένων των ΟΤΑ.

Καλεί την κυβέρνηση να πάρει κάθε νομοθετική πρωτοβουλία στην παραπάνω κατεύθυνση και να καταργήσει το άρθρο 61 του Ν.3979/2011 που δίνει το δικαίωμα στις Δημοτικές Αρχές να εκχωρούν την αρμοδιότητα της Υπηρεσίας Καθαριότητας στους ιδιώτες.

http://www.stinplatia.gr/2017/06/blog-post_37.html


Συμβασιούχοι: «Η αλήθεια “μπροστά” και “πίσω” από την πρόταση της Π.Ο.Ε.-Ο.Τ.Α.»

Η νομική σύμβουλος της ΠΟΕ ΟΤΑ ΜΑΡΙΑ ΤΣΙΠΡΑ
Με το Άρθρο 24 του Ν.4479/2017 να τυγχάνει “υποδοχής” από απολύσεις (Δήμος Αθηναίων, Δήμος Νεάπολης-Συκεών κ.α.)... - με το “καλημέρα” μάλιστα - η νομική σύμβουλος της Π.Ο.Ε-Ο.Τ.Α., κα Μαρία – Μαγδαληνή Τσίπρα, επιλέγει να “μιλήσει”, τώρα, «…που οι σημαίες κατέβηκαν, που οι δρόμοι άδειασαν, που η “νομιμότητα” επανήλθε και η διάταξη για τους συμβασιούχους καθαριότητας ψηφίστηκε μετά βαΐων και κλάδων στην Βουλή, που έχουμε πλέον βρεθεί ενώπιον της ωμής αλήθειας, ήρθε η στιγμή να βάλουμε μαζί, επώδυνα και ειλικρινά, απλά και κατανοητά, το δάχτυλο επί τον τύπο των ήλων. Να ψηλαφίσουμε τις πληγές, να αναζητήσουμε τα όπλα του εγκλήματος και να αποδώσουμε τις ευθύνες, όπου αυτές ανήκουν», όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει στο κείμενο – παρέμβασή της στο epoli.gr, τόσο για την πρόταση αυτή καθαυτήν της Ομοσπονδίας για τους συμβασιούχους – “παρατασιούχους” Καθαριότητας, όσο και τα περί... “αντισυνταγματικότητας” αυτής του Υπουργού Εσωτερικών, κ. Πάνου Σκουρλέτη.

Το κείμενο…


“Έμεινα σιωπηλή. Μια ολόκληρη εβδομάδα...

Σιωπηλή, ελπίζοντας, ότι μπορεί κόντρα σε όλες τις δυσοίωνες προβλέψεις, να βρεθεί λύση στο πρόβλημα.

Σιωπηλή. Από σεβασμό στην Δημοκρατία, που επιβάλλει να λύνονται τα προβλήματα από τους εκλεκτούς και εκλεγμένους του Ελληνικού Λαού.

Σιωπηλή. Και ας άκουσα από χείλη «αναρμοδίων» αρμόδιων να λοιδορούν και να καγχάζουν. Και ας άκουσα με έκπληξη κάποιους (με τι προσόντα άραγε;) να σπεύδουν να υπερασπιστούν - χωρίς προφανώς να το έχουν διαβάσει ποτέ - το Σύνταγμα. Ένα Σύνταγμα, στο οποίο κάποιοι, κάποτε - πάνε πολλά χρόνια, είναι αλήθεια - δώσαμε έναν όρκο, όχι γιατί ήταν μια απλή τυπική διαδικασία για να γίνει κανείς δικηγόρος αλλά γιατί το διδαχτήκαμε, το διαβάσαμε, ακούσαμε μεγάλους δασκάλους να μας μιλάνε γι’ αυτό και τελικά καταλήξαμε να το πιστεύουμε.

Σιωπηλή. Και ας έμεινα, για μια ακόμα φορά με την πικρή γεύση της απογοήτευσης στο στόμα, όπως εξάλλου, συμβαίνει τα τελευταία επτά χρόνια.

Τώρα, που οι σημαίες κατέβηκαν, που οι δρόμοι άδειασαν, που η «νομιμότητα» επανήλθε και η διάταξη για τους συμβασιούχους καθαριότητας ψηφίστηκε μετά βαΐων και κλάδων στην Βουλή, που έχουμε πλέον βρεθεί ενώπιον της ωμής αλήθειας, ήρθε η στιγμή να βάλουμε μαζί, επώδυνα και ειλικρινά, απλά και κατανοητά, το δάχτυλο επί τον τύπο των ήλων. Να ψηλαφίσουμε τις πληγές, να αναζητήσουμε τα όπλα του εγκλήματος και να αποδώσουμε τις ευθύνες, όπου αυτές ανήκουν.

Ας μπούμε στον κόπο, λοιπόν, εμείς, απλοί και ταπεινοί ερμηνευτές του δικαίου, να διαβάσουμε το Σύνταγμα, να καταλάβουμε τι ήθελε να πει στην τελική ανάλυση, ο συντακτικός νομοθέτης.

Το άρ. 103, λοιπόν, προβλέπει, ότι το προσωπικό της Δημόσιας Διοίκησης είναι μόνιμο, εφόσον υπηρετεί σε οργανικές θέσεις. Ο σκοπός του νομοθέτη, όταν εισήγαγε την ως άνω διάταξη ήταν διπλός: να προστατεύσει τους δημοσίους υπαλλήλους έναντι των απολύσεων, που γινόταν κάθε φορά, που άλλαζε η Κυβέρνηση (ξεχνιέται άραγε η πλατεία Κλαυθμώνος;) και την ίδια στιγμή να περιορίσει φαινόμενα πρόσληψης προσωπικού, που δεν ήταν αναγκαίο για την Δημόσια Διοίκηση, μέσω της πρόβλεψης για σύσταση οργανικών θέσεων.

Λίγες αράδες παρακάτω, η παράγραφος 3 του ίδιου άρθρου, απλή και κατανοητή, για όποιον καλόπιστα θέλει να την διαβάσει. Ειδικά, το τεχνικό, βοηθητικό και ειδικό επιστημονικό προσωπικό, προσλαμβάνεται με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, βάσει διαδικασίας και όρων, που ορίζει ο κοινός νομοθέτης.

Υπήρξε, άραγε τέτοιος νόμος ή μήπως κινείται μόνο στην σφαίρα της φαντασίας μερικών αρρωστημένων (όπως το δικό μου, ενδεχομένως) μυαλών; Η απάντηση είναι απερίφραστη. Ναι, υπήρξε.

Αρκεί κανείς να ανατρέξει στις διατάξεις του ν. 2314/1953 (που παρεμπιπτόντως εφαρμόστηκε μέχρι το έτος 2015, πριν αποφασιστεί το παιχνίδι των παρατάσεων των συμβάσεων των εργαζομένων στην καθαριότητα, μέσω νομοθετικής διάταξης) και διήπε την πρόσληψη προσωπικού «για τον καθαρισμό των δημοσίων καταστημάτων εν γένει» επί δεκαετίες. Εάν η πρόσληψη του εν λόγω προσωπικού ερχόταν σε αντίθεση προς το Σύνταγμα, τότε αναρωτιέται κανείς ειλικρινά, πως οι άνθρωποι αυτοί απασχολήθηκαν επί δεκαετίες, πως συνέχισαν να απασχολούνται σε πείσμα ή τέρψη ενδεχομένως όλων των Κυβερνήσεων, που μεσολάβησαν από το έτος 1953 μέχρι και σήμερα.

Και ένα ακόμα ερώτημα, που ανακύπτει και πρέπει να απαντηθεί, με την ίδια σαφήνεια και απλότητα, όπως όλα τα άλλα: Υπάρχει σήμερα ειδική διαδικασία για την πρόσληψη μίας εκ των τριών κατηγοριών, που το Σύνταγμα όλως εξαιρετικώς προβλέπει; Και πάλι η απάντηση είναι απερίφραστα, ναι. Και δεν είναι άλλη από την διαδικασία πρόσληψης ειδικού επιστημονικού προσωπικού, που διέπεται από τις διατάξεις του άρ. 19 του ν.2190/1994, κατά παρέκκλιση κάθε άλλης γενικής διατάξεως.

Ας καταλήξουμε, συνεπώς, σε ένα πολύ χρήσιμο συμπέρασμα για την πορεία της σκέψεως μας: Το Σύνταγμα προβλέπει και την ίδια στιγμή επιτρέπει ειδικές διαδικασίες πρόσληψης προσωπικού, όπως στην περίπτωση του προσωπικού καθαριότητας, τα κριτήρια για τις οποίες μπορούν να καθοριστούν από τον κοινό νομοθέτη, αρκεί να πληρούνται δύο βασικές προϋποθέσεις: να είναι αντικειμενικά και οι προσλήψεις να τελούν υπό τον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής (παρ. 7 του ιδίου άρθρου).

Ας δούμε, λοιπόν, λίγο στα αντικειμενικά κριτήρια, που μπορεί ο νομοθέτης να αξιοποιήσει, για την πρόσληψη του προσωπικού αυτού.

Μέχρι σήμερα κάνουμε λόγο για αντικειμενικά κριτήρια, όπως ο βαθμός του απολυτηρίου λυκείου ή ο χρόνος ανεργίας, που έχει ο κάθε υποψήφιος και φαίνεται, ότι όλοι μαζί λησμονούμε, ότι τα κριτήρια αυτά δεν προκύπτουν μέσω συνταγματικών διατάξεων αλλά μέσω του ιδίου του νόμου 2190/1994.

Εκτός εάν, βέβαια, ο εν λόγω νόμος έχει πλέον τόσο καθαγιαστεί στην συνείδηση του πολιτικού κόσμου της χώρας, που αποτελεί οιονεί Σύνταγμα για τις διαδικασίες προσλήψεων, οπότε ειλικρινά, ζητώ ταπεινά συγνώμη για την αυθάδεια μου να πιστεύω, ότι μπορεί και πρέπει να αλλάξει.

Και, βεβαίως, ας είμαστε επιτέλους ειλικρινής: ο χρόνος ανεργίας δεν είναι αντικειμενικό κριτήριο, που συνδέεται με την ποιότητα των υπηρεσιών, που περιμένει κανείς να λάβει από έναν υπάλληλο του Δημοσίου και εάν κάποιος τον έχει μπορεί να είναι καλός στην δουλειά του και εάν κάποιος δεν τον έχει είναι ανίκανος για εργασία. Απλώς, ο «πάνσοφος» νομοθέτης, αποφάσισε, ότι μέσω των προσλήψεων του Δημοσίου θέλει να εξυπηρετεί και ανάγκες κοινωνικής πολιτικής, αντικειμενικές μεν αλλά μη συνδεόμενες με την αξία των υπαλλήλων και την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών. Μην μου πείτε, ωστόσο, ότι οι επιταγές του κοινού νομοθέτη δεν μπορούν με μια απλή διάταξη νόμου να αλλάξουν!

Ας έρθουμε τώρα στην εμπειρία. Μέχρι σήμερα, ομοίως, η εμπειρία είναι ένα αντικειμενικό κριτήριο, το οποίο μπορεί να προσμετρηθεί για την πρόσληψη προσωπικού, ιδιαίτερα, σε ειδικότητες τεχνικές, που η εμπειρία του υποψηφίου στο πρακτικό αντικείμενο της θέσεως μπορεί να αντισταθμίσει πλήρως τον βαθμό του απολυτηρίου λυκείου. Με ένα απλό παράδειγμα. Ενδιαφέρει ειλικρινά για την ποιότητα των υπηρεσιών, που παρέχονται στον πολίτη, εάν ο οδηγός έχει απολυτήριο λυκείου με βαθμό 20, όταν έχει χιλιάδες ώρες εμπειρίας στο τιμόνι; Ή μήπως ένας ιδιώτης εργοδότης, θα επέλεγε για οδηγό, κάποιον επειδή έχει απολυτήριο λυκείου με άριστα και επιπροσθέτως επειδή είναι και μακροχρόνια άνεργος, χωρίς να διαθέτει ούτε μια ώρα οδήγησης;

Η εμπειρία, συνεπώς, στις πρακτικές, τεχνικές και βοηθητικές κατηγορίες προσωπικού (όπως αυτές, που συζητάμε) αποτελεί ένα σημαντικό κριτήριο, που μπορεί να εξασφαλίσει την ποιότητα των υπηρεσιών και την αποδοτικότητα των υπαλλήλων. Τι άλλο πέραν από την προσμέτρηση της εμπειρίας, ζήτησε άραγε η διάταξη, που πρότεινε η ΠΟΕ ΟΤΑ, που τόσο εύκολα κατηγορήθηκε από κάποιους, ότι είναι αντισυνταγματική;

Και εάν η διάταξη αυτή είναι αντισυνταγματική, τότε γιατί ο ν. 3051/2003 έχει κριθεί σύμφωνος προς το Σύνταγμα; Γιατί η εμπειρία είτε ως προσόν πρόσληψης είτε ως μοριοδοτούμενο κριτήριο εφαρμόζεται σε πλείστες όσες προκηρύξεις, ακόμα και την στιγμή, που γράφονται αυτές οι γραμμές;

Και θα μου επιτρέψετε στην προσπάθεια αυτή να αποδείξω, ότι κάποιοι δεν είμαστε ελέφαντες, να κάνω και μια μικρή στάση στο μείζον νομικό (και πρωτίστως πολιτικό) θέμα των συμβασιούχων.

Το έτος 1999 θεσπίστηκε μια Kοινοτική Oδηγία, η οποία είχε ως σκοπό να προστατεύσει τους εργαζόμενους με ελαστικές μορφές συμβάσεων από καταχρήσεις εις βάρος τους εκ μέρους του εργοδότη. Η Οδηγία δεν έλεγε τίποτε περισσότερο από το απλό και αυτονόητο: Κράτος, λάβε μέτρα, προκειμένου οι εν λόγω εργαζόμενοι να μην πέφτουν θύματα καταχρήσεων. Είναι τεράστια η συζήτηση, εάν χρειαζόταν αυτή η διάταξη σε μια χώρα, που ήδη από το 1920 έχει έναν από τους πιο φιλεργατικούς νόμους στην Ευρώπη, που προβλέπει τις συνέπειες της κατάχρησης των εργασιακών δικαιωμάτων των εργαζομένων με συμβάσεις και τις τιμωρεί αναγνωρίζοντας, ότι οι συμβάσεις αυτές είναι αορίστου χρόνου. Σε κάθε περίπτωση, η Κοινοτική Οδηγία είπε αυτά, που είχε να πει. Από εκεί και μετά ήρθε για μια ακόμα φορά ο σύγχρονος έλληνας νομοθέτης, να «ρυθμίσει» τα πράγματα με τον δικό του μοναδικό, ομολογουμένως, τρόπο.

Το π.δ. 164/2004 προέβλεψε, ότι στο Δημόσιο και στα Νομικά του Πρόσωπα, απαγορεύεται να καταρτίζονται συμβάσεις πέραν των 24 μηνών και ότι μεταξύ των συμβάσεων πρέπει να μεσολαβούν κενά διαστήματα. Εάν παρ’ ελπίδα, καταρτιστούν τέτοιου είδους συμβάσεις, κατά παράβαση της κείμενης νομοθεσίας, τότε ο προϊστάμενος του εργαζόμενου φέρει πειθαρχικές και ποινικές ευθύνες. Τι συμβαίνει, όμως, όταν ο ίδιος ο νομοθέτης, καταρτίζει συμβάσεις, που παραβιάζουν τους κανόνες του π.δ. 164/2004; Ποιες είναι οι συνέπειες, όταν ο εργοδότης, που παρατείνει τις συμβάσεις, δεσμεύεται από νόμο, που επιβάλλει την παράταση; Η απάντηση είναι απλή: οι εργαζόμενοι απολύονται, χωρίς μάλιστα να πληρωθούν τα δεδουλευμένα τους, οι προϊστάμενοι απειλούνται με ποινικές και πειθαρχικές διώξεις. Και ο νομοθέτης; Ο Υπουργός, που πρότεινε την διάταξη; Η Βουλή, που την ψήφισε; Μα γι’ αυτούς, δεν προβλέπονται συνέπειες! Αυτοί έκαναν απλώς ένα στιγμιαίο λάθος!

Τι θα έλεγε, άραγε, ο νομοθέτης, που θέσπισε τον ν.2112/1920 για την περίπτωση των εργαζομένων αυτών; Θα επέλεγε, άραγε, να τους πετάξει στον δρόμο ή θα φρόντιζε να αποκαταστήσει τις συνέπειες, που ο ίδιος προκάλεσε; Θα αρκούνταν απλά να απολύσει τους εργαζόμενους ή θα έσπευδε να αναγνωρίσει, ότι οι συμβάσεις τους είναι συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου; Θα τιμωρούσε μόνο τον εργαζόμενο για το γεγονός, ότι δούλεψε μαζεύοντας σκουπίδια ή θα μετακύλιε το βάρος στο ίδιο το Κράτος, που τον εκμεταλλεύτηκε; Μα η απάντηση είναι απλή: τιμωρείς τον βιαστή και όχι το θύμα. Αναγνωρίζεις την κατάχρηση και την τιμωρείς εις βάρος αυτού, που την προκάλεσε.

Και εδώ είμαι σίγουρη, ότι κάποιοι από εσάς, που μπήκατε στον κόπο να διαβάσετε αυτές τις αράδες, θα σκεφτείτε: όταν προσλαμβάνεσαι παράνομα, έχεις και εσύ μερίδιο ευθύνης! Ειλικρινά, όμως, πιστεύω, ότι κάνετε λάθος. Πώς μπορείς να περιμένεις από έναν άνθρωπο, που αναζητάει μια οποιαδήποτε δουλειά για να ζήσει αξιοπρεπώς την οικογένεια του, να φανταστεί, ότι η Βουλή ψήφισε έναν νόμο, που ήταν αντίθετος προς το Σύνταγμα; Πώς μπορείς να απαιτείς, από τους ανθρώπους αυτούς, που παλεύουν για το μεροκάματο να παίζουν στα δάκτυλα νόμους και ερμηνείες διατάξεων και να γνωρίζουν στην τελική, ότι οι υποσχέσεις, που τους δόθηκαν ήταν κάλπικες, σαν την περίφημη κάλπικη λίρα της παλιάς και όλως διδακτικής ελληνικής ταινίας;

Κατανοώ την αγωνία της ανεργίας, γνωρίζω στο πετσί μου, τι σημαίνει να μην έχεις δουλειά, να μην μπορείς να ανταποκριθείς στις βασικές σου ανάγκες. Όπως γνωρίζω, όμως, την ίδια στιγμή, ότι η δυστυχία του γείτονα μου δεν μπορεί να γίνει η δική μου ευτυχία. Γιατί, δυστυχώς, βράζουμε όλοι μαζί στο ίδιο καζάνι.

Και γιατί δυστυχώς, αυτοί, που τόσα χρόνια κυβέρνησαν και κυβερνούν αυτό τον έρημο τόπο, δεν βράζουν στο ίδιο καζάνι μαζί μας. Εάν συνέβαινε αυτό, εάν υπήρχε ποτέ σεβασμός για το Σύνταγμα, τότε τα πράγματα, θα έμπαιναν επιτέλους σε μια σειρά, απλή, νοικοκυρίστικη. Το Δημόσιο, θα προσελάμβανε μονίμους και αορίστου χρόνου υπαλλήλους για να καλύψει τις ανάγκες του, τις οποίες θα είχε μετρήσει με την λογική της γυναίκας, που μετράει τα τρόφιμα στο ράφι της κουζίνας της. Οι συμβασιούχοι θα προσλαμβάνονταν για να καλύπτουν εποχικές ανάγκες και δεν θα ήταν έρμαιο σε πολιτικές αποφάσεις ανακύκλωσης προσωπικού και δημιουργίας κομματικών στρατών. Και όταν θα συνέβαινε αυτό, τότε το Δημόσιο, θα μπορούσε να λειτουργήσει ίσως λίγο καλύτερα. Και ίσως, λέω ίσως, θα ήμασταν όλοι λίγο καλύτερα από ότι είμαστε σήμερα, σαν κράτος και σαν κοινωνία.

Έγραψα, λοιπόν, μια πρόταση νόμου (μην παρεξηγηθώ: όταν μεγαλώσω, δεν θέλω να γίνω νομοθέτης) για λογαριασμό της ΠΟΕ ΟΤΑ, με απόλυτο σεβασμό στο Σύνταγμα, με σεβασμό στους ανθρώπους του μόχθου και του μεροκάματου, που δεν χρωστάνε τίποτε να γίνονται πιόνια οποιουδήποτε παίζει σκάκι στις πλάτες τους και πάνω απ’ όλα με πλήρη συναίσθηση της προσωπικής μου ευθύνης απέναντι σε όσα επώνυμα υπογράφω.

Πρότεινα, λοιπόν, ένα ειδικό σύστημα προσλήψεων, υπό τον έλεγχο του ΑΣΕΠ με αντικειμενικό και ουσιαστικό κριτήριο την εμπειρία, αναγνωρίζοντας, ότι οι άνθρωποι, που έπεσαν θύματα καταχρήσεων, δεν πρέπει να τιμωρηθούν για τις καταχρήσεις αυτές, όπως εξάλλου, και η ίδια η Κοινοτική Οδηγία προβλέπει.

Και έσπασα την σιωπή μου, διότι κάποια στιγμή, ο πολιτικός κόσμος αυτής της χώρας, οφείλει να καταλάβει, ότι δεν μπορείς να επικαλείσαι το Σύνταγμα για να δικαιολογήσεις τις πολιτικές σου επιλογές, δεν δικαιούσαι να μετατρέπεις ένα προεχόντως πολιτικό θέμα σε νομικό, για να αποφύγεις τις ευθύνες, που σου αναλογούν.

Έσπασα την σιωπή μου, απλά για να ενώσω την φωνή μου με χιλιάδες άλλους καθημερινούς ανθρώπους, που ζουν την αγωνία του αύριο.

Και για να απαντήσω και εγώ με την σειρά μου σε όσους έσπευσαν να μιλήσουν περί αντισυνταγματικότητας.

Νομική λύση, υπάρχει, κύριε Υπουργέ. Η πολιτική βούληση είναι και θα είναι πάντοτε το ζητούμενο.”

www.epoli.gr


Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *