a

a

Τρίτη, 3 Ιουλίου 2018

Η ΔΙΑΡΚΗΣ «ΚΗΔΕΜΟΝΙΑ» ΤΩΝ ΤΟΚΟΓΛΥΦΩΝ

Του Γεωργίου Παπασίμου
Δικηγόρου
Όσους επικοινωνιακούς πανηγυρισμούς και «πιρουέτες» και αν επιχειρήσει να εμφανίσει το σημερινό σύστημα εξουσίας εν σχέσει με την τελευταία συμφωνία του Eurogroup της 21ης Ιουνίου για το Ελληνικό χρέος, δεν μπορεί να αλλοιώσει την «πικρή πραγματικότητα», αφού αυτή αποτελεί την οριστική πράξη της μετατροπής της Ελλάδος σε αέναη «αποικία χρέους». Κατάσταση, που ξεκίνησε το 2010 με την ένταξή της στα μνημόνια, δομήθηκε κατά την εννιάχρονη μνημονιακή κηδεμονία (τρία Μνημόνια), που εξαθλίωσαν την Ελληνική κοινωνία, διέλυσαν την όποια στρεβλή οικονομική βάση αυτής και άνοιξαν τους «ασκούς του Αιόλου» για τα μείζονα εθνικά θέματά μας.

Με την τελευταία συμφωνία ρύθμισης του χρέους, όχι μόνο δεν υπήρξε ουσιαστική ελάφρυνση του δημοσίου χρέους, παρά τις επανειλημμένες δεσμεύσεις των Ευρωπαίων για αυτό καθ’ όλη την προηγούμενη περίοδο, αλλά απαλείφθηκε και η Γαλλική πρόταση της ρήτρας ανάπτυξης, που είχε συμπεριληφθεί στις αποφάσεις του προηγούμενου Eurogroup (τρίτη αξιολόγηση), σύνδεσης, δηλαδή, της πληρωμής του χρέους, με βάση τον ρυθμό ανάπτυξης της Χώρας. Επισημαίνεται ότι αυτή η πρόταση, το «γαλλικό κλειδί», όπως είχε αποκληθεί, είχε πανηγυριστεί εντόνως από το ιθαγενές πολιτικό προσωπικό εξουσίας ως μεγάλη κατάκτηση, οφειλόμενη στην «διαπραγματευτική δεινότητα» της κυβέρνησης!!!

Το μέτρο της επιμήκυνσης εξόφλησης των χρεών προς τους Ευρωπαίους για δέκα έτη, πέραν της πρόσκαιρης δημοσιονομικής ανάσας, που επιτρέπει την άσκηση μικροκομματικών «παιχνιδιών», είναι βέβαιο ότι, επί της ουσίας, θα αυξήσει και άλλο το δημόσιο χρέος και θα επιβαρύνει την οικονομία με την διόγκωση των τόκων. Η πορεία του δημοσίου χρέους τα τελευταία έτη δεν αφήνει κανένα περιθώριο περί του αντιθέτου. Από 300 δις το 2009, έχει αγγίξει τα 330 δις το 2018, η, δε, αναλογία του επί του Α.Ε.Π. λόγω της βίαιης πτώσης του τελευταίου από 123% τον χρόνο της εισόδου της Ελλάδας στα Μνημόνια, έχει εκτιναχθεί στο 185% σήμερα, μετά από εννέα έτη, κατά τη λήξη του τρίτου Μνημονίου.

Η ψήφιση και η αποδοχή από την Χώρα πρωτογενών υπερπλεονασμάτων για το επίπεδο της σημερινής οικονομικής ανάπτυξης στο 3,5% την προσεχή πενταετία και 2,5% έως το 2060, οδηγούν στην πλήρη αφαίμαξη της ρευστότητας και, ως εκ τούτου, στην πλήρη αδυναμία του Δημοσίου, αν όχι αυτό να προχωρήσει σε εκτέλεση μεγάλων έργων, τουλάχιστον να επιμεληθεί της συντήρησης των υποδομών της Χώρας, που, ήδη, παρουσιάζουν σοβαρά προβλήματα. Αυτό αφαιρεί κάθε ίχνος θετικής επίπτωσης του «παγώματος» της πληρωμής του δανείου των 110 δις στους Ευρωπαίους για τα επόμενα δέκα έτη, αφού, πέραν των άλλων, όπως είναι γνωστό, το δημόσιο χρέος διακατέχεται κυρίως από αλλοδαπούς πιστωτές, με συνέπεια τα πρωτογενή πλεονάσματα να μετατρέπονται σε μεταφορά πόρων στο εξωτερικό, χωρίς καμία ουσιαστική θετική επίδραση στην εγχώρια οικονομία.

Παράλληλα, η διατήρηση του καταστροφικού ΕΝ.Φ.Ι.Α. επικυρώνει δραματικά το «πάγωμα» της οικοδομικής δραστηριότητας, η οποία σε συνδυασμό με την τρομακτική φορολογική επιβάρυνση των μεσαίων στρωμάτων και σε οτιδήποτε κινείται ακόμα παραγωγικά στην Ελλάδα, «σκοτώνει» τα «εργαλεία» μιας αναπτυξιακής αντιστροφής της σημερινής κατάστασης και της εξόδου της Ελλάδος από την κρίση. Και αυτό γιατί εάν η Χώρα εξασφάλιζε έναν ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης τουλάχιστον 4%, θα μπορούσε, αφενός, αυτοδύναμα να εξυπηρετήσει το χρέος και, αφετέρου, να βελτιώσει τους όρους των συνθηκών ανθρωπιστικής κρίσης σε μεγάλα τμήματα της κοινωνίας.

Η μόνιμη επιχειρηματολογία των δανειστών, αλλά κυρίως των Ελληνικών μνημονιακών κυβερνήσεων κατά την λήψη αυτών των ανελέητων καταστρεπτικών για την Χώρα μέτρων, ήταν ότι αυτά λαμβάνονταν με στόχο την τελική σοβαρή ελάφρυνση του δημοσίου χρέους, κάτι, που στη συνέχεια, θα είχε ευεργετικά αποτελέσματα στην ανάπτυξη της οικονομίας και στην ανάκτηση της εθνικής κυριαρχίας. Πάνω σε αυτό, στήθηκε το επικοινωνιακό αφήγημα περί καθαρής εξόδου από τα μνημόνια, δραστικής ελάφρυνσης του χρέους και ανάκτησης των πρωτοβουλιών σε εθνικό επίπεδο, που βιώσαμε σε μεγάλες δόσεις το προηγούμενο διάστημα.

Όπως, όμως, όλες οι προηγούμενες ανέξοδες επικοινωνιακές «πιρουέτες» περί «success story», και αυτή η τελευταία «έπεσε στο κενό», αφού η συμφωνία αυτή αποτελεί, ουσιαστικά, ένα «οιονεί Υπερμνημόνιο», με το οποίο οι δανειστές «τσιμεντάρουν» τα τρία προηγούμενα και επιβάλλουν υπέρμετρη εποπτεία στο διηνεκές, χωρίς, μάλιστα, να υποχρεώνονται και σε χρηματοδότηση της Χώρας, η οποία θα πρέπει, με «λαβωμένη» την οικονομία της, να βγει στις αγορές για να δανειστεί, με προβλεπόμενο υψηλό επιτόκιο λόγω και της επιδείνωσης του διεθνούς οικονομικού τμήματος, κάτι, που θα αυξήσει περαιτέρω το δημόσιο χρέος.


Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *