Τετάρτη, 17 Ιουνίου 2020

Η νεο-οθωμανική στρατηγική και η ελληνική αβελτηρία


του Γ. Παπασίμου

Διακόσια σχεδόν χρόνια από την εθνικοαπελευθερωτική Επανάσταση του 1821 και εκατό περίπου χρόνια από την Μικρασιατική Καταστροφή, η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με τη σοβαρή τουρκική απειλή υπό την ηγεσία του επιθετικού και προδήλως αναθεωρητικού νεο-οθωμανικού καθεστώτος. Το εύρος της νεο-οθωμανικής στρατηγικής φιλοτεχνήθηκε από το 2002 από τον πρώην Πρωθυπουργό Νταβούτογλου με το βιβλίο του «Το στρατηγικό βάθος», με βασική της συνιστώσα την επιδίωξη αποκατάστασης της Τουρκίας στον ρόλο που έπαιζε η παλιά Οθωμανική Αυτοκρατορία, διατηρώντας «μηδενικά προβλήματα με τους γείτονες».

Τα μεγαλεπήβολα αυτά σχέδια αναβίωσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που είχαν διατυπωθεί και παλαιότερα από τον Τούρκο Πρόεδρο Οζάλ, συνδέθηκαν με την άνοδο του ισλαμικού κόμματος στην εξουσία και την κυριαρχία Ερντογάν και στηρίχθηκαν στην οικονομική μεγέθυνση, που υπήρξε αυτά τα χρόνια, αλλά και στην έντονη πολιτιστική διείσδυση στις ευρύτερες περιοχές (βαλκανικές χώρες, μουσουλμανικές πρώην Δημοκρατίες της Σοβιετικής Ένωσης και αραβικές χώρες).

Πίσω όμως από την ψευδο-καθησυχαστική αναφορά περί «μηδενικών προβλημάτων» με τους γείτονες σταδιακά με την επικράτηση των Ισλαμιστών, η παράπλευρη στρατηγική τους ήταν η έντονη αύξηση των στρατιωτικών δαπανών και κυρίως το χτίσιμο ισχυρού στόλου. Επιστέγασμα αυτής της στόχευσης ήταν η δημοσιοποίηση του δόγματος περί «Γαλάζιας Πατρίδας», μέσω του οποίου υπερέβησαν καταλυτικά τις διαχρονικές στοχεύσεις του κεμαλικού καθεστώτος σε βάρος της Ελλάδας. Πλέον, το νεο-οθωμανικό καθεστώς Ερντογάν, προβάλλοντας το αβάσιμο, με βάση τους κανόνες του διεθνούς δικαίου, επιχείρημα ότι τα νησιά δεν έχουν υφαλοκρηπίδα – ΑΟΖ, διεκδικεί το μισό Αιγαίο και χιλιάδες ναυτικά μίλια θαλάσσης της Ανατολικής Μεσογείου που ανήκουν στην ελληνική ΑΟΖ, εξαφανίζοντας στην κυριολεξία τις νόμιμες θαλάσσιες εκτάσεις – ΑΟΖ των ελληνικών νησιών (Κρήτη, Ρόδος, Κάρπαθος, Καστελόριζο κ.λπ.).

Πρόκειται για τη μετεξέλιξη του αρχικού νέο-οθωμανικού δόγματος Νταβούτογλου. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι δηλώσεις αυτού, ως υπουργού Εξωτερικών, στην αρχική φάση περιορίζονταν στο επιχείρημα ότι το Καστελόριζο, λόγω της θέσεώς του, δεν είναι ελληνικό νησί του Αιγαίου, αλλά νησί της Μεσογείου (!) και άρα δεν είχε επήρεια στον καθορισμό της υφαλοκρηπίδας – ΑΟΖ. Αυτό πλέον έχει μετατραπεί στη σημερινή πειρατική τουρκική πολιτική, όπως αυτή συνάγεται από τους παράνομους χάρτες της «Γαλάζιας Πατρίδας» και του παράνομου τουρκο-λιβυκού μνημονίου, που επιδεικνύει προκλητικά σε τακτική βάση ο Τούρκος Πρόεδρος Ερντογάν.

Αιτία αυτού του διπλωματικού και στρατιωτικού εξτρεμισμού της Τουρκίας είναι η αποτυχία υλοποίησης του αρχικού ιδεολογικού αφηγήματος του νεο-οθωμανισμού, αφού η προσπάθεια ολοκλήρωσής του σε μεγάλο βαθμό έχει καταρρεύσει τόσο στη Συρία όσο και στην Αίγυπτο, όπου επιχειρήθηκε η εγκατάσταση των φιλικών καθεστώτων των Αδελφών Μουσουλμάνων, ενώ κατέστη ατελέσφορη και η τότε επιχειρηθείσα προσπάθεια επίλυσης του Κουρδικού. Οι αποτυχίες αυτές συνετέλεσαν στην διενέργεια του αποτυχημένου πραξικοπήματος, το οποίο όμως αποτέλεσε το «δώρο» στον Ερντογάν, για να προχωρήσει αφενός στο πλήρες ξήλωμα του κεμαλισμού και στην εκπαραθύρωση του Κεμάλ Ατατούρκ ως «πατέρα της σύγχρονης Τουρκίας» και αφετέρου στην περαιτέρω προσωποποίηση του νεο-οθωμανικού καθεστώτος.

Αυτές οι εξελίξεις, σε συνδυασμό με την σοβαρή οικονομική κρίση που απειλεί τα τελευταία χρόνια την Τουρκία, η οποία έχει μεν σοβαρή παραγωγική βάση, αλλά παράλληλα έντονο πρόβλημα συναλλαγματικών διαθεσίμων, αποτελούν το πλαίσιο της εντεινόμενης στρατιωτικής επέκτασης σε βάρος των γειτόνων, ως μέσο διαφυγής των εσωτερικών προβλημάτων, κάτω από την αχλύ του νέο-οθωμανικού μεγαλοϊδεατισμού. Παρέλκει φυσικά η αναφορά του στόχου υφαρπαγής των μεγάλων κοιτασμάτων υδρογονανθράκων, που φαίνεται να υπάρχουν στον χώρο της Ανατολικής Μεσογείου.

Κρίσιμο, όμως, παράγοντα για την επιθετική μετεξέλιξη της Τουρκίας αποτελεί η έντονη παγκόσμια γεωπολιτική ρευστότητα, που συνδέεται με την δραματική υποχώρηση της ισχύος της αμερικανικής ηγεμονίας και της ανάδειξης νέων ισχυρών παγκόσμιων πόλων (Κίνα, Ρωσία κ.λπ.). Ειδικά στον χώρο της Μέσης Ανατολής και της ευρύτερης περιοχής της Μεσογείου (Συρία, Λιβύη κ.λπ.), η υποχώρηση των Η.Π.Α. αναπληρώθηκε σε μεγάλο βαθμό από τη Ρωσία του Πούτιν, με τον οποίο όμως ο Ερντογάν έχει δημιουργήσει πλαίσιο στενής συνεργασίας, με αποκορύφωμα την αγορά των S-400, παρά την, επιφανειακή όπως αποδείχθηκε, δυτική αντίδραση. Έτσι, μέσα σε αυτό το ρευστό περιβάλλον, μέσω της επιθετικής αναθεωρητικής πολιτικής και της στρατιωτικής της εμπλοκής, η Τουρκία έχει μετατραπεί σε παράγοντα συνδιαμόρφωσης της ισορροπίας στη Συρία και στη Λιβύη. Ειδικά ως προς την τελευταία, η μέχρι τώρα επικράτηση του «εξαπτερύγού της», Σάρατζ, αποτελεί θανάσιμο κίνδυνο για τα γεωπολιτικά συμφέροντα της Ελλάδος, καθόσον μέσω του παράνομου τουρκο-λιβυκού μνημονίου επιχειρείται η υφαρπαγή της ΑΟΖ της Ελλάδος και της Κύπρου στον χώρο της Ανατολικής Μεσογείου και η μετατροπή αυτής σε τουρκική λίμνη.

Απέναντι σε αυτές τις δραματικές εξελίξεις για τα συμφέροντα του Ελληνισμού στην περιοχή, η βασική συνισταμένη των πολιτικών των κομμάτων εξουσίας σε Ελλάδα και Κύπρο ήταν ο «εξευμενισμός του θηρίου», μέσω της συνεχούς κατευναστικής πολιτικής και της έμμεσης αποδοχής των de facto τετελεσμένων της τουρκικής επιθετικότητας. Διότι η ορθή μόνιμη επίκληση των αρχών του διεθνούς δικαίου και της ειρηνικής διευθέτησης των διαφορών που προβάλλει η Ελλάδα, δε μπορεί να επιβληθεί από κάποιο όργανο της διεθνούς κοινότητας. Απέναντι σε έναν ταραξία γείτονα, η κατευναστική πολιτική είναι βέβαιο ότι τον ενθαρρύνει να μετατραπεί σε «τσαμπουκά».

Αυτό έχουμε βιώσει καθ’ όλη την περίοδο, ιδιαίτερα της λεγόμενης ύστερης Μεταπολίτευσης από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 και μετά, όπου εγκαταλείφθηκε τόσο στην ουσία όσο και στον τύπο το ενιαίο αμυντικό εθνικό δόγμα Ελλάδας – Κύπρου, που είχε διατυπωθεί από την κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου. Η εγκατάλειψη της υλοποίησης αυτού του δόγματος από την Ελλάδα και η αντικατάστασή του από την ευνοϊκή για τις φοβικές ηγεσίες Αθηνών – Λευκωσίας τακτική ενσωμάτωσης της Τουρκίας στην Ε.Ε., μέσω της οποίας θα μεταβάλλονταν «το θηρίο σε αρνί» και θα λύνονταν χωρίς κόστος για την Ελλάδα οι ελληνοτουρκικές διαφορές, μπορεί να αποτέλεσε μέχρι το 2017 ένα «ψευδο-δικαιολογητικό» πλαίσιο γι’ αυτές τις ηγεσίες και την εναλλαγή τους στην εξουσία, πλην, όμως, αποδεικνύεται σήμερα ότι συνιστά ιστορικό εθνικό έγκλημα σε βάρος του Ελληνισμού.

Και αυτό, γιατί από το 2017 μετά την ισχυροποίησή του από το αποτυχημένο πραξικόπημα και τη συνεργασία του με τους ακραίους εθνικιστικούς «Γκρίζους Λύκους», ο Ερντογάν προχώρησε στην επίσημη διακήρυξη για την ανάγκη αναθεώρησης της Συνθήκης της Λωζάνης. Δήλωση, που την έκανε με τον πιο εμφατικό τρόπο στο Προεδρικό Μέγαρο των Αθηνών στην τότε επίσκεψή του.

Παρ’ όλα αυτά, ούτε και τότε οι πολιτικές εξουσίες στην Ελλάδα και στην Κύπρο προσπάθησαν έστω να ξεφύγουν από αυτή την ιδιότυπη πολιτική «αναισθητοποίησή» τους, στην οποία έχει οδηγήσει η συνεχής κατευναστική πολιτική και να «χτυπήσουν τις καμπάνες» μπροστά στην επερχόμενη απειλή για τον Ελληνισμό. Συνέχισαν την ίδια κατευναστική διπλωματική πολιτική απέναντι στο συνεχές «κουρέλιασμα» των εθνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων τόσο στο Αιγαίο, όσο και στην ΑΟΖ της Κύπρου. Η επιχειρηματολογία τους στο εσωτερικό μέτωπο της χώρας, πέραν της επίκλησης των αρχών του διεθνούς δικαίου, ήταν και η άποψη ότι η λύση των προβλημάτων μας θα προέρχονταν από τρίτους (Η.Π.Α., Ε.Ε., Ισραήλ κ.λπ.). Ακόμα, και οι πολυεθνικές εταιρίες TOTAL και EXXON επιστρατεύθηκαν από την Κύπρο, που τους παραχώρησε δικαιώματα εκμετάλλευσης των υδρογοναθράκων της, επιχειρώντας με αυτόν τον τρόπο να υποκαταστήσει το έλλειμμα αμυντικής προστασίας της, την οποία όφειλε να παράσχει η Ελλάδα ως εγγυήτρια δύναμη.

Χαρακτηριστικό αυτής της εθνικής αβελτηρίας και της έλλειψης εθνικής στρατηγικής στην σημερινή ρευστή παγκόσμια ισορροπία, είναι το γεγονός ότι έστω και μετά από την φανερή στροφή του Ερντογάν το 2017, δεν φρόντισε η χώρα, βυθισμένη στην οικονομική της χρεωκοπία και τον μνημονιακό έλεγχο, να αποκαταστήσει στοιχειωδώς την τεράστια υποχρηματοδότηση για μια τουλάχιστον δεκαετία των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, που στη σημερινή φάση της κρίσης είναι αυτές που καλούνται να αντιμετωπίσουν μόνες τους την τουρκική «βουλιμία».


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *