Ο ΧΡΗΣΤΟΣ

ΑΞΙΑ

ΓΕΡΟΣ ΤΟΥ ΜΟΡΙΑ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ ΑΝΔΡΕΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ ΑΝΔΡΕΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 20 Νοεμβρίου 2010

ΥΦΕΣΗ: Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΗ ΜΕ ΤΑ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ

 Σε αρκετά κράτη που κατάφεραν τις τελευταίες δεκαετίες να ενταχθούν στον αναπτυγμένο κόσμο, οι κυβερνήσεις τους μπήκαν στο ρίσκο της χρηματοδότησης μέσω δανεισμού ίσως απεριόριστων και αλόγιστων επενδύσεων που οι αποδόσεις τους αποδείχθησαν υπερεκτιμημένες, βλέπε διοργάνωση Ολυμπιακών Αγώνων. Ακολούθως τα ίδια κράτη παρασυρμένα από τα αυξημένα προσωρινά όπως αποδείχθηκε έσοδα από φόρους έμμεσους και άμμεσους που εισέπρατταν λόγω της τεράστιας πιστωτικής επέκτασης των τραπεζών σε ιδιώτες και επιχειρήσεις -την εποχή της απεριόριστης ρευστότητας του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος  από την  βιομηχανία παραγωγής χρήματος που είχαν στήσει μέσω των τοξικών ομολόγων- τα κράτη αυτά διόγκωσαν περαιτέρω τον δανεισμό τους προκειμένου να μειώσουν την άμμεση φορολογία και να προχωρήσουν σε άμμετρη αύξηση στις παροχές σε μισθούς και συντάξεις και σε τεράστια σπατάλη στις δημόσιες δαπάνες, βλέπε χαλάρωση δημοσιονομικής πολιτικής από την προηγούμενη ελληνική κυβέρνηση.
         Το αποτέλεσμα βέβαια είναι σήμερα οι παραπάνω οικονομίες να έρχονται αντιμέτωπες με τα δημοσιονομικά όριά τους. Η ύφεση που επέφερε στην Ελλάδα το μνημόνιο ήταν τεράστια. Σε τέτοιο βαθμό που πριν από μερικούς μήνες ηπιότερες προβλέψεις μας φαντάζαν εξωπραγματικές. Η οικονομία έχει φτάσει πλέον στα δημοσιονομικά της όρια γιατί ούτε επιπλέον φόρους αντέχει, ούτε άλλες περικοπές δημοσίων δαπανών.
         Το πρόβλημα είναι ότι ούτε τα κευνσιανά μοντέλα που εύκολα υιοθετούνται από πολλούς, στην ελληνική πραγματικότητα είναι δυνατό να έχουν πάντα αποτέλεσμα. Αν π.χ. αντί να μειώσουμε το δημόσιο τομέα διπλασιάζαμε τους μισθούς των δημόσιων υπαλλήλων διαθέτοντας άλλα 15 δις ευρώ το χρόνο στους 770 χιλιάδες δημόσιους υπαλλήλους, τότε το μεγαλύτερο μέρος από αυτό το ποσό μέσω της ζήτησης θα έφευγε στο εξωτερικό και ελάχιστες θέσεις εργασίας θα δημιουργούσε στην Ελλάδα. Η αύξηση της ζήτησης μέσω αύξησης δημόσιας δαπάνης έχει αποτέλεσμα, όταν υπάρχει ήδη εγχώριος παραγωγικός ιστός που βρίσκεται σε υποαπασχόληση καθώς υποβοηθείται να ανάψει μηχανές, να δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας και αυτές με την σειρά τους νέα ζήτηση ώστε  να δημιουργηθεί έτσι ένας αυτοτροφοδοτούμενος αναπτυξιακός κύκλος. Αν δούμε τι καταναλώνουμε σήμερα οι περισσότεροι από μας θα καταλάβουμε ότι μία αύξηση της αγοραστικής μας δυνατότητας θα κατέληγε κατά 75% στο να δημιουργήσει θέσεις εργασίας στην Κίνα, την Γερμανία και την Τουρκία. Σημειωτέον δε, σήμερα στην Ελλάδα ο δημόσιος τομέας έχει στερήσει από τον όποιο παραγωγικό ιστό διαθέτει η χώρα ίσως το καλύτερο εξειδικευμένο παραγωγικό προσωπικό το οποίο βρίσκεται παροπλισμένο σε αγρανάπαυση σε δημόσιες υπηρεσίες.
          Συνεπώς πρέπει μάλλον να υιοθετηθεί η συνταγή, της όσο το δυνατό μείωσης του δημοσίου τομέα από τη μια με ταυτόχρονα αναπτυξιακά κίνητρα κυρίως φορολογικά σε ιδιωτικές επενδύσεις από την άλλη. Αλλά αυτή θα είναι βέβαια μια επίπονη διαδικασία που θα τραβήξει σε βάθος χρόνου μέχρι να αποδώσει ώστε να αποφέρει μείωση δημοσίων δαπανών και αύξηση του ΑΕΠ αντίστοιχα. Επιβάλλεται επίσης το κράτος να σχεδιάσει μεγάλες στρατηγικού χαρακτήρα επενδύσεις με την συμμετοχή μεγάλων εταιριών πάνω σε τομείς όπως η ενέργεια, ο τουρισμός κλπ ; Έως τότε η ελληνική κυβέρνηση για να βελτιώσει τα δημοσιονομικά έσοδα θα πρέπει να αξιοποιήσει και να διαθέσει μέρος της συμμετοχής της και της κατοχής της σε ακίνητα και σε διαφόρους τομείς επιχειρήσεων που το δημόσιο οφείλει μόνο σωστά και δίκαια να εποπτεύει και όχι να ασκεί το ίδιο επιχειρηματική δραστηριότητα.

Κυριακή 16 Μαΐου 2010

O Γερμανός ασθενής...

Η Ελληνική κρίση αρχίζει να περνάει πλέον στην φάση που να αποτελεί πλέον θεωρητικό υπόδειγμα για τις υπόλοιπες χώρες της ευρωζώνης ώστε να εξαγάγουν χρήσιμα συμπεράσματα και να πάρουν μαθήματα για την νομισματική ένωση και την οικονομική ενοποίηση της ΕΕ. Προφανώς η Ελλάδα είναι το πείραμα όπως είπε και ο πρωθυπουργός μας Γ. Παπανδρέου σε συνέντευξή του στο Βήμα. Η Ευρώπη πειραματίζεται αυτή τη στιγμή, πειραματίζεται με το σχέδιο διάσωσης για το ελληνικό χρέος.


Είναι ειρωνικό αλλά ξαφνικά εκεί που οι διεθνείς ανησυχίες για την Ελλάδα είχαν επικεντρωθεί στην άρον άρον άμεση λήψη σκληρών μέτρων παίρνουν τώρα άλλη μορφή, του ότι αυτή υπερέβαλε στις περικοπές του προϋπολογισμού και στις αυξήσεις των έμμεσων φόρων και τα μέτρα που έχουν ανακοινωθεί και κάποια εφαρμοστεί ήδη προβλέπεται να λειτουργήσουν ως απότομο φρένο στην οικονομική δραστηριότητα. Η πρόσφατη πρόβλεψη της Deutche Βank ότι η ύφεση στην Ελλάδα τα επόμενα τρία χρόνια θα φτάσει στην μείωση του ΑΕΠ κατά 7,5%, ακόμη και αν είναι υπερβολική αλλάζει τις ανησυχίες για τον κίνδυνο ότι η Ελλάδα βρίσκεται πια σε ένα φαύλο κύκλο όπου η δημοσιονομική λιτότητα θα την στείλει σε ακόμα βαθύτερη ύφεση. Οι χώρες του Ευρωπαϊκού νότου πέρυσι (Ελλάδα, Ισπανία, Ιταλία, Πορτογαλία) είχαν υψηλά ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών που συνολικά έφτασαν τα 102 δις ευρώ με το 50% αυτού να οφείλεται στις εμπορικές συναλλαγές με την Ευρωζώνη. Την ίδια στιγμή κατά το περυσινό έτος η Γερμανία είχε μεγάλο πλεόνασμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών στα 80 δις ευρώ με το 50% αυτού επίσης να οφείλεται στις εμπορικές σχέσεις της με τους εταίρους της στην ευρωζώνη. Η Γερμανία είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος εξαγωγέας μετά την Κίνα προϊόντων μεταποίησης, έχει ογκώδη πλεονάσματα αποταμιεύσεων σε σχέση με τις επενδύσεις και έχει συσσωρευμένα τεράστια εμπορικά πλεονάσματα. Χρησιμοποίησε και εκμεταλλεύτηκε το όραμα των άλλων χωρών της ΕΕ για την δημιουργία κοινού νομίσματος του ευρώ και μέσω της ισχυρής ανταγωνιστικότητας των προϊόντων της οι γερμανικές επιχειρήσεις ήταν θέμα ελάχιστου χρόνου είτε να κλείσουν είτε να εξαγοράσουν κάθε παραγωγική μονάδα στις χώρες του νότου και να επιβληθούν στην αγορά τους. Ουσιαστικά λοιπόν το ευρώ φτώχυνε το νότο αφού μετά την εισαγωγή του, συνέβει μια απίστευτη μεταφορά πλούτου από το νότο στον βορρά, με το νότο να εθίζεται στα φτηνά δανεικά με τα οποία αποκτούσε τα προϊόντα και τις υπηρεσίες του βορρά. Όμως η Γερμανία σήμερα και δεδομένης της χρηματοπιστωτικής κρίσης που προέκυψε πιστεύει ότι οι πελάτες της θα πρέπει και να συνεχίσουν να αγοράζουν, αλλά και να σταματήσουν τον αλόγιστο δανεισμό. Δεδομένου ότι τα πλεονάσματά της είναι ελλείμματα των άλλων χωρών, αυτή η θέση είναι αντιφατική και θα πρέπει να αντιληφθεί ότι οι πλεονασματικές χώρες οφείλουν να χρηματοδοτήσουν τις ελλειμματικές πάντα στα πλαίσια του κοινού νομίσματος και της οικονομικής ενοποίησης. Η Γερμανία εδώ και χρόνια από την δημιουργία του ευρώ χωρίς συναλλαγματικά εμπόδια απολαμβάνει ανάπτυξη στηριζόμενη στην εξαγωγική της δραστηριότητα και οι χώρες του Ευρωπαϊκού νότου προσφέρουν ζήτηση για αυτά τα προϊόντα που εξάγει η Γερμανία, η οποία όχι μόνο αδυνατεί να αντιληφθεί αυτή την ασυμμετρία ως θετική αλλά στην παρούσα κρίση μάλιστα τη θεωρεί και αρνητική. Προκειμένου όμως οι χώρες του Ευρωπαϊκού νότου να μειώσουν τα ελλείμματά τους όπως δραστικά επιβάλλεται στην Ελλάδα, θα πρέπει να εφαρμόσουν προγράμματα ισχυρής μείωσης δαπανών με συνέπεια αυτών των περικοπών να είναι η μείωση της κατανάλωσης και κυρίως η ζήτηση για εισαγόμενα προϊόντα. Η Γερμανία δεν θα μπορέσει να αντικαταστήσει αυτή την πτώση μέσω αύξησης των εξαγωγών της σε τρίτες χώρες, λόγω ακριβού νομίσματος και τότε η οικονομία της θα αντιστρέψει πορεία και θα βρεθεί αντιμέτωπη με δύσκολες επιλογές. Ας υποθέσουμε πιο συγκεκριμένα ότι οι πιο αδύναμες χώρες της ευρωζώνης θα υποχρεωθούν να μειώσουν τα ελλείμματά τους κάθετα, αναπόφευκτα όμως θα προκαλέσουν αποδυνάμωση όλης της ευρωζώνης και θα φέρουν επιδείνωση στην Γερμανία και την Γαλλία. Αν η Γερμανία κάνει αυτό που οφείλει τότε θα υποχρεώσει και την Γαλλία να το κάνει που σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης είναι στο 9% του ΑΕΠ της; Τι θα κάνει θα προτείνει κυρώσεις εναντίον της Γαλλίας ή θα αναγκαστεί η ίδια σε έξοδο από την ζώνη του ευρώ;

Και για να να δούμε λίγο και την αντίθετη όψη του ίδιου νομίσματος, μήπως τελικά μια μίζερη Γερμανία αποτελεί μεγαλύτερο βαρίδι για την ευρωζώνη απ’ ότι μία υπερκαταναλωτική Ελλάδα. Η οικονομία της Γερμανίας που αντιστοιχεί στο 25% της ευρωζώνης είναι γεγονός ότι αποτελεί την ραχοκοκαλιά της της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όμως οι πολίτες της παραμένουν ιδιαίτερα λιτοδίαιτοι. Δηλαδή ενώ είναι το επίκεντρο της παραγωγής στην ΕΕ και ο μεγαλύτερος εξαγωγέας βιομηχανικών προϊόντων προς ολόκληρη την ευρωζώνη από την άλλη η καρδιά της Γερμανίας χτυπά με πολύ χαμηλούς ρυθμούς, καθώς δεν αγοράζει σχεδόν τίποτα από τους γείτονες της. Αυτό θα πρέπει να αλλάξει. Το να πιέσεις τις κυβερνήσεις να ζουν βάσει των δυνατοτήτων τους σαφώς θα βοηθήσει στην αποτροπή νέων δημοσιονομικών κρίσεων αλλά αν η Ευρώπη θέλει να γίνει καλύτερη μόνο μέσω της αποτροπής υπερβολικών δαπανών από τα κράτη μέλη της και όχι από την αλλαγή νοοτροπίας ώστε και οι πολίτες κάποιων χωρών να αυξήσουν τις καταναλωτικές τους δαπάνες τότε το μέλλον της είναι αβέβαιο. Η Ευρώπη έχει περισσότερο ανάγκη μηχανισμούς που θα πιέσουν τις χώρες με υψηλά πλεονάσματα να αυξήσουν την κατανάλωση παρά νέους κανόνες που θα τιμωρούν αυτές τις χώρες που έχουν υψηλά ελλείμματα. Οι αδύναμες χώρες της ευρωζώνης μπορούν να περιορίσουν τα δημοσιονομικά ελλείμματα μόνο μέσω μεγάλης αύξησης των καθαρών εξαγωγών τους. Αν οι πλεονασματικές χώρες δεν κατορθώσουν να βελτιώσουν αυτή τη σχέση μέσω επέκτασης της δικής τους ζήτησης η ΕΕ θα μεταβληθεί σε πεδίο διαμάχης.

Ένας λόγος για να δημιουργηθεί το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο θα μπορούσε να είναι η επαναφορά στη τάξη τόσο όσων ξεπερνούν τα όρια σε επίπεδο ελλειμμάτων όσο και η τιμωρία με εισφορά σε χρήμα και εγγυήσεις αυτών που διατηρούν υψηλά πλεονάσματα. Και μόνο η ιδέα ότι το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο με έδρα την Ουάσιγκτον, θα βοηθήσει στη διάσωση μιας χώρας της ευρωζώνης είναι πραγματικά αφόρητη για τις Ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο αποτελεί πρώτιστα προϊόν της ευρωπαϊκής περηφάνιας και η δημιουργία ενός μηχανισμού οικονομικής στήριξης χωρών της ευρωζώνης είναι θετική. Εάν όμως αυτός ο νέος οργανισμός τελικά συσταθεί, θα πρέπει να αντιμετωπίσει τα πραγματικά προβλήματα της ευρωζώνης.

Δεν είναι λοιπόν τα δημοσιονομικά της Ελλάδας που απειλούν την σταθερότητα της ευρωζώνης. Είναι ένα σοβαρό ζήτημα η άσχημη εξέλιξή τους για το οποίο κυρίως ευθύνεται η τελευταία κυβέρνηση της ΝΔ αλλά σε επίπεδο ΕΕ είναι δευτερεύον ζήτημα. Η απειλή είναι η δημοσιονομική θέση των μεγάλων κρατών. Η Γερμανία δεν μπορεί να υποχρεώσει καμία από τις άλλες μεγάλες χώρες να συμπεριφερθούν όπως νομίζει η ίδια και επίσης δεν μπορεί να εκδιώξει κανένα μέλος της ευρωζώνης. Η Γερμανία πρέπει να καταλάβει ότι αποτελεί μέλος μίας υποτιθέμενης μη αναστρέψιμης νομισματικής ενοποίησης μαζί με ορισμένους από τους βασικούς πελάτες της, τους οποίους τώρα θέλει να περιορίσουν δραστικά την κατανάλωση για να θεραπευθούν σε ένα κόσμο που πάσχει από αδύναμη καθολική ζήτηση.

Εδώ υπάρχει ένας θεμελιώδης διχασμός στην αντίληψή της. Επιμένει να αρνείται να δεχτεί ότι η εξάρτησή της στα πλεονάσματα των εξαγωγών της θα πρέπει να επιστρέψει σε κάποιους από τους ίδιους τους πελάτες της όταν χρεοκοπήσουν, οι οποίοι αφού δέχθηκαν να ενοποιηθούν οικονομικά μαζί της μετά η ίδια τους αποδεκάτισε παραγωγικά λόγω της δεδομένης υπεροπλίας ανταγωνιστικότητας που διέθετε. Σε πρώτη φάση η Γερμανία πέτυχε μία πύρρεια νίκη στη σύνοδο κορυφής της 25ης Μαρτίου. Αλλά μία μεγάλη κοινωνική αναταραχή στην περιφέρεια της ευρωζώνης θα προκαλέσει πολύ κακό στην γερμανική μεταποίηση. Ας αναζητηθεί λοιπόν μια λύση συνεργασίας γιατί και οι δύο πλευρές θα πρέπει να προστατευθούν.

Σάββατο 15 Μαΐου 2010

Ελλάδα, ο σάκος του μποξ της ζώνης του ευρώ

Μετά την απόφαση του πρωθυπουργού να καταθέσει αντί τετραετούς, τριετές Πρόγραμμα Σταθερότητας με στόχο την μείωση του ελλείμματος του προϋπολογισμού κάτω του 3% καθίσταται πλέον ξεκάθαρο και σαφές ότι η κυβέρνηση έχει στην ουσία επικεντρώσει την  προσοχή της πρώτον στην δραστική αύξηση των εσόδων των τριών επόμενων προϋπολογισμών ως το 2012 και δεύτερον στην ανάγκη για περικοπή των δαπανών και μείωσης της σπατάλης στο Δημόσιο τομέα.

Η απόφαση της κυβέρνησης για την μεγάλη προσπάθεια που πρέπει να γίνει και τα οδυνηρά εισπρακτικού χαρακτήρα μέτρα που πρέπει να παρθούν όπως αυτά διατυπώνονται στο Πρόγραμμα Σταθερότητας που κατέθεσε ήδη στην Κομισιόν για αύξηση των κρατικών εσόδων είναι καταρχάς επιβεβλημένη διότι συμβαδίζει με τη διαπίστωση ότι στη χώρα μας υπάρχει πολύ μεγάλη φοροδιαφυγή και δίκαιη σύμφωνα με την προτεραιότητα που προτάσσει για πιο δίκαιη ανακατανομή του εισοδήματος υπέρ των φτωχότερων κοινωνικών στρωμάτων. Ένα στοιχείο που δείχνει την υστέρηση των κρατικών εσόδων μας σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες είναι ότι το σύνολο των εσόδων της γενικής κυβέρνησης εκτιμάται για το 2009 ότι θα διαμορφωθεί στο 37% του ΑΕΠ έναντι 45% που είναι ο μέσος όρος στην Ε.Ε. της ζώνης του ευρώ. Από την άλλη αποδεικνύεται ότι η ταχεία διεύρυνση του ελλείμματος του κρατικού προϋπολογισμού προήλθε κυρίως από την μεγάλη αύξηση των δαπανών του Δημοσίου μέσα σε λίγα χρόνια.

Από τις 8,5 επιπλέον μονάδες που αυξήθηκε το έλλειμμα του προϋπολογισμού το 2009 σε σχέση με το 4% του 2008, οι 5,5 ποσοστιαίες μονάδες οφείλονται στην αύξηση των δαπανών και μόλις οι 3,1 μονάδες στην υστέρηση των εσόδων. Στην Ελλάδα -χώρα με ελάχιστο παραγωγικό ιστό, με περιορισμένη ανταγωνιστικότητα σε διαρθρωτικό επίπεδο, με διογκωμένη την απασχόληση στον Δημόσιο τομέα και με υπέρμετρα υψηλό Δημόσιο χρέος λόγω χρηματοδότησης Δημόσιων επενδύσεων και υποδομών- η χαλάρωση της Δημοσιονομικής πολιτικής που εφάρμοσε η προηγούμενη κυβέρνηση τα τελευταία χρόνια είχε σαν αποτέλεσμα σε συνθήκες κρίσης άμεσα την σημαντική διόγκωση του ελλείμματος. Η αυτόματα υψηλότερη φορολογία που πρέπει να ακολουθηθεί τώρα για να μειωθεί το έλλειμμα του προϋπολογισμού είναι πιθανόν να πλήξει τις επενδύσεις και κατά συνέπεια τη δυναμική της ελληνικής οικονομίας με αποτέλεσμα την μείωση της οικονομικής δραστηριότητας. Είναι γεγονός ότι τα τελευταία οκτώ χρόνια από την εισαγωγή της χώρας μας στην ζώνη του ευρώ, πλανηθήκαμε ως κράτος αλλά και ως λαός ότι είχαμε εισάγει σταθερότητα μέσω ενός ισχυρότερου νομίσματος χωρίς πλέον να χρειάζεται να διορθώσουμε τα δομικά προβλήματα και τις χρόνιες αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας.

Συμπερασματικά λοιπόν το τεράστιο αυτό εγχείρημα της μείωσης του ελλείμματος που καλείται να αντιμετωπίσει η ελληνική οικονομε ζητούμενο να αποφύγει την πτώχευση στο ορατό μέλλον συναρτάτε από το πως η κυβέρνηση θα διασφαλίσει τις συνθήκες για μακροπρόθεσμη και ομαλή εξυπηρέτηση του χρέους της με ζητούμενο ταυτόχρονα την αποφυγή ακραίας σκληρής οικονομικής πολιτικής καθώς θα πρέπει να ισορροπήσει μεταξύ μείωσης ελλείμματος και ανάταξης της οικονομίας καθότι το έλλειμμα προσμετράτε ως ποσοστό του ΑΕΠ και συνεπώς αρκετά σημαντικό με τον περιορισμό του ελλείμματος είναι να μην υποχωρήσει σε μεγάλο βαθμό η οικονομική δραστηριότητα για να διατηρηθεί όσο το δυνατόν μεγαλύτερο ως μέγεθος το ΑΕΠ. Η Ελλάδα βεβαίως πληρώνει το τίμημα να είναι μέλος μιας νομισματικής ένωσης που διαθέτει την πλέον σφιχτή νομισματική πολιτική από οποιαδήποτε άλλη περιοχή του κόσμου. Το ευρώ έχει ενισχυθεί περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο νόμισμα από το 2000 έως σήμερα και η Ελλάδα λόγω ακριβού και υπερτιμημένου νομίσματος έχει χάσει τεράστιο μέρος της ανταγωνιστικότητάς της εντός της ευρωζώνης και διεθνώς. Μέχρι στιγμής η Ελλάδα δεν έχει βρεθεί αντιμέτωπη με σημαντική ύφεση και ισχυρή δημοσιονομική προσαρμογή σημαίνει βαθιά ύφεση.

Τέλος αν η ελληνική κυβέρνηση κατορθώσει να πείσει τις αγορές ότι είναι πραγματικά διατεθειμένη να δράσει αποφασιστικά για την αντιμετώπιση των μακροχρόνιων διαρθρωτικών αδυναμιών της ελληνικής οικονομίας και το νοικοκύρεμα των δημοσιονομικών μας τότε πιθανότατα να δούμε μια δραστική υποχώρηση των ελληνικών spreads καθώς αυτό που ταλανίζει περισσότερο τους ξένους επενδυτικούς οίκους είναι η έλλειψη αξιοπιστίας της χώρας μας. Η μόνη λύση πού έχει η κυβέρνηση είναι να παλέψει με τα προβλήματα του ελλείμματος και του χρέους και να τα καταφέρει. Ο δρόμος δεν θα είναι εύκολος, η ύφεση θα μας ταλαιπωρήσει, αλλά δεν υπάρχει άλλη κατεύθυνση.
Από τον Ανδρέα Παπανδρέου Οικονομολόγο
16-1-2010

Η σχέση τραπεζών-ομολόγων και δημόσιου χρέους

Πρώτες αναδείχθηκαν το 2009 στην προσφυγή για δανεισμό οι ελληνικές τράπεζες στην Ευρωπ. Κεντρική Τράπεζα για άντληση ρευστότητας και έτσι ήταν αναμενόμενη η σύσταση της Τραπέζας της Ελλάδος να περιορίσουν το σπόρ. Η προηγούμενη κυβέρνηση εξέδωσε ομόλογα προς τις τράπεζες (μέρος του πακέτου στήριξης των τραπεζών περί τα 12 δις ευρώ) οι οποίες εν συνεχεία τα ρέπαραν στην ΕΚΤ με χαμηλό επιτόκιο ανανεώνοντας έτσι τη ρευστότητά τους και εξασφαλίζοντας εύκολα και σίγουρα κέρδη δανείζοντας όχι την αγορά και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις που δοκιμάζονται αλλά πάλι τις εκδόσεις ομολόγων του ελληνικού δημοσίου που αυτό εν συνεχεία εξασφάλιζε την σίγουρη κάλυψή τους έστω λίγο ακριβότερα προσφέροντας άκοπα κέρδη στις ελλ. τράπεζες. Ισως ο μεγαλύτερος φόβος της αγοράς έγκειται στο αν η σημερινή κυβέρνηση διαθέτει σχέδιο ώστε να αναχρηματοδοτήσει το δημόσιο χρέος χωρίς την ευκολία της έμμεσης χρήσης των κεφαλαίων της ΕΚΤ μέσω των ελληνικών τραπεζών όπως εξελίσσετο έως σήμερα. Αυτή η ανησυχία επίσης αγγίζει και τις τράπεζες γιατί ενδεχόμενη αύξηση του κόστους δανεισμού του δημοσίου ή χειρότερα δυσκολία κάλυψης των επόμενων εκδόσεων ομολόγων του δημοσίου θα επηρεάσει δυσμενώς το υφιστάμενο χαρτοφυλάκιο κρατικών ομολόγων των τραπεζών. Αν οι τιμές των ελληνικών ομολόγων συνεχίσουν να πιέζονται τότε οι τράπεζες κινδυνεύουν να εμφανίσουν υποαξίες από το χαρτοφυλάκιο ομολόγων τους το 2010. Αν ακόμη χειρότερα η ΕΚΤ αποφασίσει να μην δέχεται τίτλους με αξιολόγηση ¨Α¨, τότε οι ελλ. τράπεζες δεν θα μπορούν να ενεχυριάζουν ομόλογα προκειμένου να αντλήσουν ρευστότητα. Ως προς το κόστος κεφαλαίου η αγορά εκτιμά ότι θα υπάρξει επίδραση αλλά αν και ήδη άρχισε πάλι να σημειώνεται αύξηση του spread του ελληνικού δεκαετούς ομολόγου έναντι του γερμανικού προς το παρόν η ελληνική διατραπεζική αγορά δείχνει ότι δεν φοβάται αύξηση των επιτοκίων προθεσμιακών καταθέσεων.


Ανδρέας Παπανδρέου

Οικονομολόγος- Αντικρυστής

ΤΕΜΠΜΕ - ΡΕΥΣΤΟΤΗΤΑ - ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ

Στις προθέσεις της νέας κυβέρνησης φαίνεται να είναι εκτός από την αλλαγή του Αναπτυξιακού νόμου από αρχές του νέου έτους 2010 και η αλλαγή των κριτηρίων και των όρων συμμετοχής επιχειρήσεων και επαγγελματιών στην χρηματοδότηση μέσω του ΤΕΜΠΜΕ. Σε δηλώσεις της η κ. Λούκα Κατσέλη προανήγγειλε αύξηση κεφαλαίου του ΤΕΜΠΜΕ και την προοπτική να μπορούν να εντάσσονται στα προγράμματά του επιχειρήσεις οι οποίες δεν έχουν κατ’ ανάγκη τρεις κερδοφόρες χρήσεις. Επίσης σε ότι αφορά το πρόγραμμα συνολικού ύψους 1,050 δις ευρώ για τις ΜμΕ, θα συνεχιστεί το πρόγραμμα με ένταξη μέχρι 500 εκατ ευρώ (α’ φάση) και ενεργοποίηση του υπολοίπου με νέες προκηρύξεις και νέα κριτήρια όπως η επιδότηση εργασίας (β’ φάση). Ακόμη η υπουργός σημείωσε ότι στην αγορά μέχρι το 2015 οι διαθέσιμοι προς αξιοποίηση πόροι που απομένουν από το ΕΣΠΑ ανέρχονται σε 16 δις ευρώ. Επίσης το νομοσχέδιο που παρουσίασε στο υπουργικό συμβούλιο η κ. Λ. Κατσέλη περιλαμβάνει δύο σημαντικές παρεμβάσεις για τη ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων επιχειρήσεων και επαγγελματιών και νέες ρυθμίσεις για τις επιταγές και την ένταξη στον Τειρεσία. Ειδικότερα ρυθμίζονται: α) Ληξιπρόθεσμες οφειλές άνω των 90 ημερών από συμβάσεις που δεν έχουν καταγγελθεί και δημιουργήθηκαν μετά την 1/1/2008 και β) οφειλές συμβάσεων δανείων που έχουν καταγγελθεί μετά την 1/1/2008 ή θα καταγγελθούν εντός 2 μηνών από την ψήφιση του νόμου και εφόσον η οφειλή από την σύμβαση του δανείου δεν υπερβαίνει το 1 εκατ ευρώ ανά τράπεζα και ανά δανειολήπτη. Για τις παραπάνω ληξιπρόθεσμες οφειλές διαγράφονται οι τόκοι υπερημερίας κι ανατοκισμού από την 1/1/2008. Με το σχέδιο νόμου θα τίθεται προθεσμία 2 μηνών από την ψήφιση του νόμου εντός της οποίας θα μπορεί ο δανειολήπτης να υποβάλει αίτηση στην τράπεζά του για την υπαγωγή του στις παραπάνω ρυθμίσεις. Κατά την διάρκεια της προθεσμίας αναστέλλεται κάθε διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης. Για τις ενήμερες οφειλές θα δοθεί η δυνατότητα σε επιχειρήσεις που αποδεδειγμένα απειλούνται από πρόσκαιρη αδυναμία ικανοποίησης των υποχρεώσεών τους να επιτυγχάνουν για ορισμένο ποσό δανείου αναστολή της περιοδικής εξόφλησής του για μια διετία καταβάλλοντας μόνο τόκους με αντίστοιχη παράταση του δανείου. Επίσης το σ/ν για ΤΕΙΡΕΣΙΑ και επιταγές προβλέπει: α) Γενικευμένη αμνηστία για όλες τις καταγραφές δυσμενών δεδομένων που έχουν καταχωριστεί από την 1/1/2008 και αφορούν σε οφειλές που είτε έχουν εξοφληθεί είτε θα εξοφληθούν μέσα σε 3 μήνες από την ψήφιση του νόμου. Ως συνέπεια της αμνηστίας αυτής θα αρθεί και το μέτρο της διοικητικής στέρησης βιβλιαρίου επιταγών. β) Δυνατότητα εξόφλησης σφραγισμένης επιταγής από 8 σε 30 ημέρες χωρίς αναγγελία της τράπεζας στον ΤΕΙΡΕΣΙΑ και παραμονή δυσμενών για επιταγές, πιστ κάρτες, καταναλωτικά, στεγαστικά από 3 θα γίνει 2 χρόνια κ.α.

Ανδρέας Παπανδρέου