Γιάννης Τόλιος
υποψήφιος βουλευτής «Λαϊκής
Ενότητας» στη Β’ Αθήνας
Αν κάτι βρίσκεται στο επίκεντρο των εκλογών της 20ης
Σεπτέμβρη ‘15, εκτός από το νέο Μνημόνιο, είναι το ζήτημα του εθνικού
νομίσματος που για πρώτη φορά τέθηκε από κοινοβουλευτικό κόμμα στη δημόσια
συζήτηση, με την πρόταση της «Λαϊκής Ενότητας», ως προϋπόθεση για την προοδευτική
έξοδο της χώρας από την κρίση. Ασφαλώς η συζήτηση δεν είναι καινούργια αφού το
θέμα της εξόδου της Ελλάδας από την ευρωζώνη (Grexit) τα τελευταία χρόνια ήταν και παραμένει
πάντα στο προσκήνιο.
Το «χρώμα»
και η «μυρουδιά» του χρήματος
Γύρω από το ρόλο του νομίσματος υπάρχει μια μεγάλη
σύγχυση που από τα κυρίαρχα media
καλλιεργείται σκόπιμα. Ένας είδος «φετιχοποίησης» του νομίσματος «αυτού καθ’
αυτού» με «θετικές» (ευρώ) και «αρνητικές» (δραχμή) ιδιότητες. Ωστόσο το
ουσιαστικό δεν είναι το «χρώμα» (οι απεικονίσεις στο νόμισμα), αλλά η
«μυρουδιά» του, δηλαδή η νομισματική πολιτική που εκφράζει. Πριν το 2000, όταν
η Ελλάδα είχε τη δραχμή ως εθνικό νόμισμα, οι επιλογές της νομισματικής πολιτικής
από τις κυβερνήσεις ΝΔ και ΠΑΣΟΚ, αποτελούσαν συστατικό στοιχείο της
γενικότερης οικονομικής πολιτικής, η οποία εξυπηρετούσε κατ’ εξοχήν τα
συμφέροντα της κυρίαρχης ελίτ. Παρ’ όλα αυτά έδινε στη χώρα μεγαλύτερους
βαθμούς ελευθερίας στην άσκηση εθνικής πολιτικής και αντιμετώπισης έκτακτων
οικονομικών προβλημάτων, σε σχέση με το ευρώ, όπου οι επιλογές νομισματικής
πολιτικής ανήκουν πλέον στην ΕΚΤ και στον κ.Ντράγκι.!
Ασφαλώς η μετάβαση στο εθνικό νόμισμα, δεν σημαίνει
αυτόματα και φιλολαϊκή νομισματική και οικονομική πολιτική, αλλά μόνο «εν
δυνάμει», εφ’ όσον ο έλεγχος τους βρεθεί στα χέρια μιας αριστερής κυβέρνησης. Αντίθετα
όσο έχουμε ευρώ με δεδομένες τις νεοφιλελεύθερες επιλογές της ευρωζώνης, η
κατάσταση είναι δύο φορές χειρότερη, δεδομένου ότι νόμισμα «ευρώ» εξυπηρετεί κυρίως
τις επιλογές του ευρωπαϊκού χρηματιστικού κεφαλαίου και ιδιαίτερα των κυρίαρχων
ελίτ Βρυξελών και Βερολίνου. Κατά συνέπεια η ανάκτηση του ελέγχου της
νομισματικής πολιτικής μαζί και συναλλαγματικής, δίνει πλεονεκτήματα σε κάθε
ελληνική κυβέρνηση (βαθμούς ελευθερίας), πολύ περισσότερο σε μια αριστερή
κυβέρνηση στην άσκηση οικονομικής πολιτικής.
Δυστυχώς αυτή τη δυνατότητα η άρχουσα τάξη της χώρας μας,
για συγκεκριμένους πολιτικούς και οικονομικούς λόγους την έχει απεμπολήσει,
παρ’ ότι στην πράξη αποδείχτηκε ότι η ένταξη της Ελλάδας στην ΟΝΕ και στο ευρώ,
ήταν και παραμένει καταστροφική για την οικονομία επιλογή. Αντίθετα η κυρίαρχη
ελίτ επιμένει στην πολιτική της «πάση θυσία» παραμονής στην ευρωζώνη, αποφεύγοντας
σκόπιμα να δώσει σαφή απάντηση για τους βαθύτερους λόγους (οικονομικούς και πολιτικούς)
της συγκεκριμένης επιλογής. Ειδικότερα από οικονομική άποψη, η μετάβαση στο
εθνικό νόμισμα θα επιφέρει υποτίμηση (σε ξένο νόμισμα) υλικών και άυλων αξιών
που κατέχει η κυρίαρχη ελίτ, ενώ από πολιτική άποψη, θα αποδυναμώσει τα
πρόσθετα στηρίγματα που έχει η παραμονή της στην ευρωζώνη, στη διασφάλιση της
πολιτικής της κυριαρχίας και της εκμετάλλευσης του ελληνικού λαού.
Ελπιδοφόρες
προοπτικές με εθνικό νόμισμα
Παρ’ ότι η ένταξη στην ευρωζώνη-ευρώ ήταν τραγικό λάθος,
η μετάβαση στο εθνικό νόμισμα με τις σημερινές συνθήκες κρίσης και αυστηρής οικονομικής
επιτήρησης από την «τερα-τρόϊκα» (ΕΕ-ΕΚΤ-ΔΝΤ-ΕΜΣ), δημιουργεί εξ’ αρχής ορισμένες
δυσκολίες (οικονομικές-θεσμικές). Εάν η μετάβαση γινόταν «συναινετικά» τα
πράγματα θα ήταν σχετικά ευκολότερα απ’ ότι με όρους «ρήξης» (μονομερής
αποδέσμευση), ιδιαίτερα στην αρχική περίοδο, λόγω των ενδογενών κερδοσκοπικών τάσεων
που θα προκύψουν στην πορεία μετάβασης και της ανακατανομής εισοδημάτων που θα
επέλθει από τη διακύμανση τιμών, με επιπτώσεις ακόμα και σε τμήματα της αστικής
τάξης.