Με αφορμή την υπόθεση της υπερσυγκέντρωσης της διαχείρισης των ελληνικών παραλιών σε ένα τεράστιο πανελλαδικό κύκλωμα, που φέρεται να «κέρδιζε» δημοπρασίες χρησιμοποιώντας συχνά αχυρανθρώπους, αξίζει να ξανανοίξουμε μια συζήτηση που για ορισμένους από εμάς είναι πολύ παλιά.
Μια συζήτηση για το πόσο λανθασμένη, και ενδεχομένως επικίνδυνη για το δημόσιο συμφέρον, είναι η κυρίαρχη αντίληψη ότι οι πλειοδοτικοί διαγωνισμοί αποτελούν εξ ορισμού εγγύηση διαφάνειας και χρηστής διαχείρισης της δημόσιας περιουσίας, ενώ οι αναθέσεις, ακόμη και όταν γίνονται ύστερα από δημόσια εκδήλωση ενδιαφέροντος και με συγκεκριμένα κριτήρια επιλογής, αποτελούν περίπου συνώνυμο της διαφθοράς.
Ας το δούμε με την απλή λογική όσων σκεπτόμαστε και έχουμε διοικήσει έστω και ένα περίπτερο στη ζωή μας.
Είναι πράγματι καλύτερος μισθωτής εκείνος που προσφέρει τα περισσότερα χρήματα ή εκείνος που μπορεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του και να εξασφαλίσει μια βιώσιμη, συνεπή και ΚΥΡΊΩΣ κοινωνικά ωφέλιμη λειτουργία της επιχείρησής του ΠΟΥ ΒΑΣΊΖΕΤΑΙ ΣΤΟΝ ΔΗΜΟΣΙΟ ΧΩΡΟ;
Γιατί όταν το μοναδικό ουσιαστικό κριτήριο είναι το ύψος του προσφερόμενου μισθώματος, ο διαγωνισμός μπορεί να καταλήξει να επιβραβεύει όχι τον καλύτερο επιχειρηματία, αλλά εκείνον που υπόσχεται τα περισσότερα, χωρίς να έχει ούτε τη δυνατότητα ούτε, ενδεχομένως, την πρόθεση να τα καταβάλει.
Και όταν πίσω από τον πλειοδότη βρίσκεται ένα οργανωμένο επιχειρηματικό κύκλωμα, που χρησιμοποιεί αναλώσιμους επιχειρηματικά αχυρανθρώπους, η κατάσταση γίνεται ακόμη χειρότερη.
Ο πραγματικός διαχειριστής της δραστηριότητας μπορεί να αποκομίζει τα κέρδη, ενώ ο συμβαλλόμενος με το Δημόσιο, όταν έρθει η ώρα να λογοδοτήσει, να μην έχει τίποτα να χάσει.
Έτσι, μια διαδικασία που υποτίθεται ότι εξασφαλίζει τον ανταγωνισμό μπορεί να μετατραπεί σε μηχανισμό αποκλεισμού των πραγματικών επαγγελματιών και συγκέντρωσης της δημόσιας περιουσίας στα χέρια λίγων.
Και όλα αυτά με τη σφραγίδα ενός απολύτως «διαφανούς» διαγωνισμού!
Η παλιά διαφωνία στο Χαλάνδρι
Αυτή η αντίθεση αντιλήψεων δεν είναι καθόλου καινούργια στο Χαλάνδρι.
Αντιθέτως, βρίσκεται στον πυρήνα μεγάλων πολιτικών συγκρούσεων για τη διαχείριση της δημοτικής περιουσίας, ιδιαίτερα μέσα από τη ΦΛΥΑ, τόσο κατά την περίοδο λειτουργίας της ως Αναπτυξιακής όσο και στη συνέχεια ως Ανώνυμης Εταιρείας.
Ο υπογράφων έχει υποστηρίξει επίμονα, επί πολλά χρόνια, μια διαφορετική αντίληψη για τη διαχείριση και αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ. Και όχι μόνο θεωρητικά. Την εφαρμόσαμε στη λειτουργία της ΦΛΥΑ.
Με διαδικασίες επιλογής που, κατά την άποψή μας, εξασφάλιζαν μεγαλύτερη ουσιαστική διαφάνεια, δημόσια εκδήλωση ενδιαφέροντος, αξιολόγηση με περισσότερα κριτήρια και δυνατότητες κοινωνικού ελέγχου.
Γιατί η διαφάνεια δεν εξαντλείται στο άνοιγμα των οικονομικών προσφορών. Αφορά και το ποιος επιλέγεται, γιατί επιλέγεται, ποιες υποχρεώσεις αναλαμβάνει, πώς λειτουργεί και ποιος ελέγχει τη συνέπειά του απέναντι στην κοινωνία.
Και επειδή ο υπογράφων είναι ο γνωστός «εμμονικός», εξακολουθεί να υπερασπίζεται αυτές τις απόψεις, ακόμη και όταν αυτό συνεπάγεται πολιτικές συγκρούσεις και προσωπικές επιθέσεις.
Γιατί πιστεύει ότι αργά ή γρήγορα η πραγματικότητα δικαιώνει τις απόψεις που στηρίζονται στη γνώση της διοίκησης και όχι στα εύκολα συνθήματα.
ΝΑΙ στην αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας. ΝΑΙ στην εκμίσθωσή της σε ιδιώτες. ΟΧΙ όμως στη μετατροπή του μεγαλύτερου προσφερόμενου ποσού σε μοναδικό κριτήριο του δημόσιου συμφέροντος ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΜΕΤΆΛΛΕΥΣΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΧΩΡΟΥ.
Η αξιοποίηση της δημοτικής περιουσίας πρέπει να υπηρετεί ένα ευρύτερο πλαίσιο οικονομικών και κοινωνικών στόχων.
Να εξασφαλίζει τη βιωσιμότητα της επιχειρηματικής δραστηριότητας.
Να προσφέρει επαγγελματική διέξοδο σε ανθρώπους που θέλουν να συνδυάζουν την οικονομική τους δραστηριότητα με την προσφορά στην τοπική κοινωνία.
Να δημιουργεί θέσεις εργασίας για τους κατοίκους.
Να εξασφαλίζει προσιτές υπηρεσίες και πραγματικό όφελος για τους πολίτες.
Και να επιτρέπει στην ίδια την τοπική κοινωνία να συμμετέχει, με θεσμικά κατοχυρωμένο τρόπο, τόσο στη διαμόρφωση των κριτηρίων επιλογής όσο και στον έλεγχο της τήρησης των υποχρεώσεων εκείνων που αναλαμβάνουν τη διαχείριση της περιουσίας της.
Αυτό είναι ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ.
Όχι η αντικατάσταση των κανόνων από προσωπικές προτιμήσεις, αλλά η θέσπιση ουσιαστικών, δημόσιων και ελέγξιμων κριτηρίων, πέρα από το ποιος θα γράψει το μεγαλύτερο νούμερο σε μια προσφορά.
Και βεβαίως, όπου η νομοθεσία επιβάλλει συγκεκριμένη διαγωνιστική διαδικασία, η συζήτηση αφορά και την ανάγκη αλλαγής αυτού του θεσμικού πλαισίου.
Και τελικά, τι εισέπραξε η ΦΛΥΑ από τους "διαφανείς διαγωνισμούς";
Μετά τις μεγαλοστομίες περί διαφάνειας και τις κατηγορίες της διοίκησης Ρούσσου σε βάρος των προηγούμενων διοικήσεων της ΦΛΥΑ, ήρθε η ώρα να αξιολογήσουμε όχι τις διακηρύξεις αλλά τα αποτελέσματα.
Και τα αποτελέσματα δεν είναι μόνο όσα αναγράφονται στις συμβάσεις και τα δελτία τύπου.
Είναι όσα εισπράττονται πραγματικά.
Είναι οι απαιτήσεις που παραμένουν ανείσπρακτες, οι δικαστικές διεκδικήσεις που χρονίζουν, οι επιχειρηματικές δραστηριότητες που εγκαταλείπονται και η δυνατότητα της εταιρείας να ανακτήσει τελικά όσα της οφείλονται.
Οι οικονομικές καταστάσεις της ΦΛΥΑ και οι επισημάνσεις των ορκωτών ελεγκτών για τις επισφαλείς απαιτήσεις αποτελούν χαρακτηριστική ένδειξη του προβλήματος.
(Για παράδειγμα, στις οικονομικές καταστάσεις της ΦΛΥΑ για το 2024, από απαιτήσεις περίπου 800.000 ευρώ, οι ορκωτοί ελεγκτές επισημαίνουν περίπου 375.000 ευρώ επισφαλών απαιτήσεων. Πόσα από αυτά θα εισπράξει τελικά ο Δήμος;)
Και εδώ υπάρχει ένα απλό ερώτημα που δεν απαντιέται με πανηγυρισμούς για το ύψος των μισθωμάτων:
Ποια είναι η πραγματική οικονομική απόδοση της δημοτικής περιουσίας, όταν από τα ποσά που εμφανίζονται ως απαιτήσεις πρέπει να αφαιρεθούν όσα δεν θα εισπραχθούν ποτέ, αλλά και το κόστος της πολυετούς προσπάθειας για τη διεκδίκησή τους;
Διότι οι δικαστικές διεκδικήσεις δεν είναι δωρεάν. Απαιτούν δικηγορικές αμοιβές, δικαστικά έξοδα, διοικητική υποστήριξη και χρόνο.
Και κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει ότι σε ορισμένες περιπτώσεις το συνολικό κόστος της διεκδίκησης θα μπορούσε τελικά να προσεγγίσει ή ακόμη και να υπερβεί τα ποσά που θα καταστεί δυνατό να ανακτηθούν.
Αυτό δεν αποτελεί μομφή για τους δικηγόρους που αναλαμβάνουν τις σχετικές υποθέσεις. Εκείνοι καλούνται να διεκδικήσουν απαιτήσεις που έχουν ήδη δημιουργηθεί.
Το ερώτημα αφορά εκείνους που διαχειρίστηκαν τη δημοτική περιουσία και επέλεξαν τους αντισυμβαλλομένους της εταιρείας. Και γίνεται ακόμη πιο επιτακτικό όταν εκείνοι που επέλεξαν τους αντισυμβαλλομένους καλούνται σήμερα να διαχειριστούν τις συνέπειες των επιλογών τους.
Γιατί η επιτυχία μιας μίσθωσης δεν κρίνεται από το ποσό που συμφωνήθηκε αλλά από το συνολικό οικονομικό και κοινωνικό της αποτέλεσμα.
Και η συγκέντρωση στο Χαλάνδρι;
Υπάρχει όμως και μια άλλη διάσταση, που δεν αφορά μόνο την εισπραξιμότητα των μισθωμάτων.
Αφορά τη συγκέντρωση της οικονομικής εκμετάλλευσης της δημοτικής περιουσίας.
Στο Χαλάνδρι έχουμε φτάσει στο σημείο τρία δημοτικά κυλικεία —της Ολύμπου και Εδέσσης, του «Μάρκος Παπαδάκης» και του Νεκροταφείου— να βρίσκονται υπό την εκμετάλλευση του ίδιου επιχειρηματία.
Και το ερώτημα δεν αφορά τον συγκεκριμένο επιχειρηματία, ούτε υπονοεί οποιαδήποτε παρανομία στη δραστηριότητά του.
Αφορά το μοντέλο διαχείρισης που οδηγεί σε τέτοια συγκέντρωση.
Αν η δημοτική περιουσία προορίζεται να προσφέρει επαγγελματικές ευκαιρίες, να ενισχύει την τοπική επιχειρηματικότητα, να δημιουργεί θέσεις εργασίας και να εξυπηρετεί την κοινωνία, πώς αξιολογούμε ένα σύστημα στο οποίο η εκμετάλλευση περισσότερων δημοτικών εγκαταστάσεων συγκεντρώνεται στα ίδια χέρια;
Και μήπως η αποκλειστική ή κυρίαρχη βαρύτητα του οικονομικού τιμήματος ευνοεί τελικά εκείνους που διαθέτουν μεγαλύτερη οικονομική δυνατότητα, αποκλείοντας μικρότερους επαγγελματίες που θα μπορούσαν να προσφέρουν εξίσου ή και περισσότερο στην τοπική κοινωνία;
Αυτό δεν είναι ζήτημα προσωπικής αντιπαράθεσης με κανέναν επιχειρηματία.
Είναι ζήτημα πολιτικής επιλογής για το ποιον υπηρετεί η δημοτική περιουσία και πώς κατανέμονται οι ευκαιρίες αξιοποίησής της.
Από τη ΦΛΥΑ στις παραλίες
Το ίδιο πρόβλημα, σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα, αναδεικνύεται τώρα με τη διαχείριση των παραλιών.
Η δημόσια περιουσία μετατρέπεται σε ένα απλό επενδυτικό αντικείμενο.
Η παραλία, όπως και ένα δημοτικό κυλικείο, παύει να αντιμετωπίζεται πρωτίστως ως χώρος παροχής υπηρεσιών προς την κοινωνία και αντιμετωπίζεται ως οικονομικό περιουσιακό στοιχείο από το οποίο πρέπει να εξασφαλιστεί το μεγαλύτερο δυνατό τίμημα.
Και όταν ο επιχειρηματίας καλείται να καταβάλει εξωπραγματικά μισθώματα, το κόστος μετακυλίεται τελικά στον πολίτη.
Έτσι φτάνουμε να απαιτούνται ακόμη και 100 ευρώ για να κάνει μια τετραμελής οικογένεια ένα μπάνιο σε οργανωμένη παραλία της Αττικής μέχρι μερικά χιλιάρικα στους τοπ τουριστικούς προορισμούς της πατρίδας. Και την αντιμετώπιση της ξαπλώστρας ως τα πρώτα τραπέζια πίστα.
Και αναρωτιόμαστε ποιον τελικά ωφέλησε αυτή η «αξιοποίηση» της δημόσιας περιουσίας.
Το Δημόσιο; Την τοπική κοινωνία; Τον μικρό επαγγελματία; Την οικογένεια που θέλει να απολαύσει μια παραλία;
Ή εκείνους που διαθέτουν την οικονομική ισχύ και τους μηχανισμούς για να μετατρέπουν τη δημόσια περιουσία σε πεδίο συγκέντρωσης επιχειρηματικής δραστηριότητας;
Η διαφάνεια δεν είναι αυτοσκοπός. Είναι εργαλείο.
Για να μην παρεξηγηθούμε: δεν υποστηρίζουμε ότι οι απευθείας αναθέσεις είναι εξ ορισμού καλύτερες από τους διαγωνισμούς. Ούτε ότι πρέπει να αντικαταστήσουμε τους διαφανείς κανόνες με την ανεξέλεγκτη διακριτική ευχέρεια του κάθε διοικούντος.
Υποστηρίζουμε κάτι πολύ απλούστερο.
Ούτε ο διαγωνισμός αποτελεί από μόνος του απόδειξη χρηστής διοίκησης ούτε η ανάθεση, ύστερα από δημόσια εκδήλωση ενδιαφέροντος και αξιολόγηση με αντικειμενικά, κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια, αποτελεί από μόνη της ένδειξη διαφθοράς.
Το ζητούμενο είναι η πραγματική εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος με κοινωνικά κριτήρια.
Και αυτή δεν μετριέται αποκλειστικά με το ποσό που υπόσχεται κάποιος να καταβάλει.
Μετριέται με όσα πράγματι καταβάλλει, με τη συνέπεια στις συμβατικές του υποχρεώσεις, με την ποιότητα των υπηρεσιών, με τη βιωσιμότητα της δραστηριότητας, με την τιμολογιακή πολιτική του, με τις θέσεις εργασίας και με το όφελος που επιστρέφει στην κοινωνία.
Κυρίως, όμως, με την ανάληψη της ευθύνης από εκείνους που διοικούν.
Γιατί πίσω από τη ρητορική των «αδιάβλητων διαγωνισμών» κρύβεται συχνά μια βολική μετατόπιση της πολιτικής ευθύνης.
Ο διοικητής δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι έκανε την καλύτερη επιλογή.
Αρκεί να επικαλεστεί ότι τήρησε τη νόμιμη διαδικασία.
Και όταν αποδειχθεί ότι το Δημόσιο ζημιώθηκε, ότι τα μισθώματα δεν εισπράχθηκαν, ότι οι επιχειρήσεις κατέρρευσαν ή ότι οι πολίτες αποκλείστηκαν από τη χρήση της δημόσιας περιουσίας λόγω κόστους, η απάντηση είναι έτοιμη:
«Εμείς κάναμε διαγωνισμό».
Μόνο που η χρηστή διοίκηση δεν κρίνεται από το πόσο διαφανώς επέλεξες εκείνον που δεν πλήρωσε.
Κρίνεται από το αν διαχειρίστηκες σωστά την περιουσία που σου εμπιστεύτηκαν οι πολίτες.
Και αυτή είναι μια συζήτηση που στο Χαλάνδρι έπρεπε να είχε γίνει εδώ και πολλά χρόνια.
